121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
01
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 12
ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΒΡΑΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΜΕ ΤΙΣ ΒΑΣΙΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΑΚΛΟΥΘΗΣΑΝ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΔΑΒΙΔ, ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΕΒΑΙΝΑΝ. ΔΙΟΤΙ Ο
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΑΔΙΣΕΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΘΕΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ.
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΠΟΥ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕΣΙΤΕΥΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ
ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΓΙΑ Μας ΥΠΕΣΤΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ
ΘΕΟ ΣΥΓΧΩΡΩΝΤΑΣ ΜΑΣ.
Βασιλέων Α' 11
42
Και οι ημέρες όσες ο Σολομώντας βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ σε ολόκληρο τον
Ισραήλ, ήσαν 40 χρόνια.
43
Και ο Σολομώντας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στην πόλη
Δαβίδ τού πατέρα του· και αντ.' αυτού βασίλευσε ο γιος του, ο Ροβοάμ.
…………………………………..
Βασιλέων
Α' 12
1
ΚΑΙ ο Ροβοάμ πήγε στη Συχέμ· επειδή, στη Συχέμ ερχόταν ολόκληρος ο Ισραήλ για
να τον κάνει βασιλιά.
2
Και καθώς το άκουσε αυτό ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, που ήταν ακόμα στην
Αίγυπτο, όπου είχε φύγει μπροστά από τον βασιλιά Σολομώντα, ο Ιεροβοάμ έμεινε
ακόμα στην Αίγυπτο·
3
έστειλαν, όμως, και τον κάλεσαν. Τότε, ο Ιεροβοάμ ήρθε και ολόκληρη η συναγωγή
τού Ισραήλ, και μίλησαν στον Ροβοάμ, λέγοντας:
4
Ο πατέρας σου σκλήρυνε τον ζυγό μας· τώρα, λοιπόν, τη σκληρή δουλεία τού πατέρα
σου, και τον βαρύ ζυγό του, που επέβαλε επάνω μας, ελάφρυνέ τον εσύ, και θα σε
δουλεύουμε.
5
Κι εκείνος τούς είπε: Αναχωρήστε μέχρι τρεις ημέρες· έπειτα, επιστρέψτε σε
μένα. Και ο λαός αναχώρησε.
6
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ συμβουλεύτηκε τους πρεσβύτερους, που παραστέκονταν
μπροστά στον Σολομώντα, τον πατέρα του, ενώ ακόμα ζούσε, λέγοντας: Τι με
συμβουλεύετε εσείς να απαντήσω σε τούτο τον λαό;
7
Και του μίλησαν, λέγοντας: Αν γίνεις σήμερα δούλος σε τούτο τον λαό, και τους
δουλέψεις, και τους απαντήσεις, και τους μιλήσεις λόγια αγαθά, τότε θα είναι
για πάντα δούλοι σου.
8
Όμως, απέρριψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων, που του έδωσαν, και συμβουλεύτηκε
τους νέους, που συναναστράφηκαν μαζί του, οι οποίοι παραστέκονταν μπροστά του.
9
Και τους είπε: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσουμε σε τούτο τον λαό, που
μίλησε σε μένα, λέγοντας: Ελάφρυνε τον ζυγό, που ο πατέρας σου επέβαλε επάνω
μας;
10
Και οι νέοι, που συναναστράφηκαν μαζί του, του μίλησαν, λέγοντας: Έτσι θα
μιλήσεις σε τούτο τον λαό, που σου μίλησε, λέγοντας: Ο πατέρας σου βάρυνε τον
ζυγό μας, αλλά εσύ ελάφρυνέ τον σε μας· έτσι θα τους μιλήσεις: Το μικρό μου
δάχτυλο θα είναι παχύτερο από την οσφύ τού πατέρα μου·
11
τώρα, λοιπόν, ο μεν πατέρας μου σας επιφόρτισε με βαρύ ζυγό, εγώ όμως θα κάνω
τον ζυγό σας βαρύτερον· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μαστίγια, εγώ θα σας
παιδεύσω με σκορπιούς.
12
Και ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο λαός ήρθε στον Ροβοάμ την τρίτη ημέρα, όπως είχε
μιλήσει ο βασιλιάς, λέγοντας: Επανέλθετε σε μένα την τρίτη ημέρα.
13
Και ο βασιλιάς απάντησε στον λαό σκληρά, και εγκατέλειψε τη συμβουλή των
πρεσβυτέρων, που του είχαν δώσει·
14
και τους μίλησε σύμφωνα με τη συμβουλή των νέων, λέγοντας: Ο πατέρας μου βάρυνε
τον ζυγό σας, αλλ' εγώ θα κάνω τον ζυγό σας βαρύτερον· ο πατέρας μου σας
παίδευσε με μαστίγια, αλλ' εγώ θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
15
Και ο βασιλιάς δεν εισάκουσε τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε από τον Κύριο,
για να εκτελέσει τον λόγο του, που ο Κύριος είχε μιλήσει στον Ιεροβοάμ, τον γιο
τού Ναβάτ, διαμέσου τού Αχιά τού Σηλωνίτη.
16
Και βλέποντας ολόκληρος ο λαός ότι ο βασιλιάς δεν τους εισάκουσε, ο λαός
απάντησε στον βασιλιά, λέγοντας: Ποιο μέρος έχουμε εμείς με τον Δαβίδ; Καμιά
κληρονομιά δεν έχουμε με τον γιο τού Ιεσσαί· στις σκηνές σου, Ισραήλ· τώρα,
Δαβίδ, πρόβλεψε για τον οίκο σου. Και ο Ισραήλ αναχώρησε στις σκηνές του.
17
Και για τους γιους Ισραήλ, εκείνους που κατοικούσαν στις πόλεις του Ιούδα, ο
Ροβοάμ βασίλευσε επάνω τους.
18
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ έστειλε τον Αδωράμ, που ήταν για τους φόρους· και
ολόκληρος ο Ισραήλ τον λιθοβόλησε με πέτρες, και πέθανε. Γι' αυτό, ο βασιλιάς
Ροβοάμ βιάστηκε να ανέβει στην άμαξα, για να φύγει στην Ιερουσαλήμ.
19
Έτσι αποστάτησε ο Ισραήλ από την οικογένεια του Δαβίδ μέχρι τη σημερινή ημέρα.
20
Και καθώς ολόκληρος ο οίκος του Ισραήλ άκουσε ότι ο Ιεροβοάμ επέστρεψε,
έστειλαν και τον κάλεσαν στη συναγωγή, και τον έκαναν βασιλιά επάνω σε ολόκληρο
τον Ισραήλ· τον οίκο τού Δαβίδ δεν ακολούθησε, παρά η φυλή τού Ιούδα, μόνη.
21
Και καθώς ο Ροβοάμ ήρθε στην Ιερουσαλήμ, συγκέντρωσε ολόκληρο τον οίκο τού
Ιούδα, και τη φυλή τού Βενιαμίν, 180.000 εκλεκτούς πολεμιστές, για να
πολεμήσουν ενάντια στον οίκο τού Ισραήλ, για να ξαναφέρουν τη βασιλεία στον
Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα.
22
Έγινε, όμως, λόγος τού Θεού στον Σεμαϊα, έναν άνθρωπο του Θεού, λέγοντας:
23
Μίλησε στον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα, τον βασιλιά τού Ιούδα, και σε
ολόκληρο τον οίκο τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και στο υπόλοιπο του λαού,
λέγοντας:
24
Έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα ανεβείτε ούτε θα πολεμήσετε ενάντια στους αδελφούς
σας, τους γιους Ισραήλ· επιστρέψτε κάθε ένας στο σπίτι του· επειδή, από μένα
έγινε τούτο το πράγμα. Και υπάκουσαν στον λόγο τού Κυρίου, και επέστρεψαν να
πάνε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
25
ΤΟΤΕ, ο Ιεροβοάμ έκτισε τη Συχέμ επάνω στο βουνό Εφραϊμ, και κατοίκησε σ' αυτή·
έπειτα, βγήκε από εκεί, και έκτισε τη Φανουήλ.
26
Και ο Ιεροβοάμ είπε στην καρδιά του: Τώρα, η βασιλεία θα επιστρέψει στον οίκο
τού Δαβίδ·
27
αν αυτός ο λαός ανέβει για να προσφέρει θυσίες στον οίκο τού Κυρίου στην
Ιερουσαλήμ, τότε η καρδιά αυτού τού λαού θα επιστρέψει στον κύριό του, τον
Ροβοάμ, τον βασιλιά τού Ιούδα, και θα με θανατώσουν, και θα επιστρέψουν στον
Ροβοάμ, τον βασιλιά τού Ιούδα.
28
Ο βασιλιάς πήρε, λοιπόν, απόφαση, και έκανε δύο χρυσά μοσχάρια, και τους είπε:
Φτάνει σε σας να ανεβαίνετε στην Ιερουσαλήμ· να, οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε
ανέβασαν από την Αίγυπτο.
29
Και έβαλε το ένα στη Βαιθήλ, και το άλλο το έβαλε στη Δαν.
30
Και το πράγμα αυτό έγινε αιτία αμαρτίας· επειδή, ο λαός πορευόταν μέχρι τη Δαν,
για να προσκυνάει μπροστά στο ένα.
31
Και έκανε οίκους επάνω στους ψηλούς τόπους, και έκανε ιερείς από τους
τελευταίους τού λαού, που δεν ήσαν από τους γιους τού Λευί.
32
Και ο Ιεροβοάμ έκανε μια γιορτή στον όγδοο μήνα, τη 15η ημέρα τού μήνα, σαν τη
γιορτή τού Ιούδα, και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο. Έτσι έκανε στη Βαιθήλ,
θυσιάζοντας στα μοσχάρια που είχε κάνει· και εγκατέστησε στη Βαιθήλ τους ιερείς
των ψηλών τόπων, που είχε κάνει.
33
Και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο, που είχε κάνει στη Βαιθήλ, τη 15η ημέρα τού
όγδοου μήνα, τον μήνα που είχε εφεύρει από την καρδιά του· και έκανε γιορτή
στους γιους τού Ισραήλ, και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο, για να θυμιάσει.
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
02
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 13
Βασιλέων
Α' 13
1
ΚΑΙ να, ένας άνθρωπος του Θεού ήρθε από τον Ιούδα στη Βαιθήλ με λόγον τού
Κυρίου· και ο Ιεροβοάμ στεκόταν επάνω στο θυσιαστήριο, για να θυμιάσει.
2
Και φώναξε προς το θυσιαστήριο με λόγον τού Κυρίου, και είπε: Θυσιαστήριο,
θυσιαστήριο, έτσι λέει ο Κύριος: Να, ένας γιος θα γεννηθεί στον οίκο τού Δαβίδ,
το όνομά του θα είναι Ιωσίας, και θα θυσιάσει επάνω σου τους ιερείς των υψηλών
τόπων, που θυμιάζουν σε σένα, κι επάνω σε σένα θα καούν κόκαλα ανθρώπων.
3
Και έδωσε ένα σημάδι την ίδια ημέρα, λέγοντας: Αυτό είναι το σημάδι, που μίλησε
ο Κύριος: Να, το θυσιαστήριο θα σχιστεί στη μέση, και η στάχτη του θα χυθεί
προς τα έξω.
4
Και όταν ο βασιλιάς Ιεροβοάμ άκουσε τον λόγο τού ανθρώπου τού Θεού, που φώναξε
προς το θυσιαστήριο, που ήταν στη Βαιθήλ, άπλωσε το χέρι του από το
θυσιαστήριο, λέγοντας: Πιάστε τον. Και το χέρι του, που άπλωσε προς αυτόν,
ξεράθηκε, ώστε δεν μπόρεσε να το γυρίσει στον εαυτό του.
5
Και το θυσιαστήριο σχίστηκε στη μέση, και η στάχτη ξεχύθηκε έξω από το
θυσιαστήριο, σύμφωνα με το σημάδι που είχε δώσει ο άνθρωπος του Θεού με τον
λόγο τού Κυρίου.
6
Και ο βασιλιάς απάντησε και είπε στον άνθρωπο του Θεού: Δεήσου, παρακαλώ, στον
Κύριο τον Θεό σου, και προσευχήσου για μένα, για να γυρίσει το χέρι μου σε
μένα. Και ο άνθρωπος του Θεού δεήθηκε στον Κύριο, και το χέρι τού βασιλιά
γύρισε σ' αυτόν, και αποκαταστάθηκε όπως και πριν.
7
Και ο βασιλιάς είπε στον άνθρωπο του Θεού: Μπες μέσα μαζί μου στο σπίτι, και
πάρε τροφή, και θα σου δώσω δώρα.
8
Αλλ' ο άνθρωπος του Θεού είπε στον βασιλιά: Το μισό από το σπίτι σου και αν μου
δώσεις, δεν θα μπω μέσα μαζί σου· ούτε θα φάω ψωμί ούτε θα πιω νερό, σε τούτο
τον τόπο·
9
επειδή, έτσι μου είναι προσταγμένο με τον λόγο τού Κυρίου, λέγοντας: Μη φας
ψωμί, και μη πιεις νερό, και μη επιστρέψεις από τον δρόμο από τον οποίο ήρθες.
10
Και αναχώρησε από άλλον δρόμο, και δεν επέστρεψε από τον δρόμο από τον οποίο
είχε έρθει στη Βαιθήλ.
11
Και στη Βαιθήλ κατοικούσε κάποιος γέροντας προφήτης· και ήρθαν οι γιοι του, και
του διηγήθηκαν όλα τα έργα, που είχε κάνει ο άνθρωπος του Θεού εκείνη την ημέρα
στη Βαιθήλ· και διηγήθηκαν στον πατέρα τους και τα λόγια, που μίλησε στον
βασιλιά.
12
Και ο πατέρας τους είπε σ' αυτούς: Από ποιον δρόμο αναχώρησε; Και είχαν δει οι
γιοι του από ποιον δρόμο είχε αναχωρήσει ο άνθρωπος του Θεού, αυτός που είχε
έρθει από τον Ιούδα.
13
Και είπε στους γιους του. Ετοιμάστε μου το γαϊδούρι. Και του ετοίμασαν το
γαϊδούρι· και κάθησε επάνω του,
14
και πήγε πίσω από τον άνθρωπο του Θεού, και τον βρήκε να κάθεται κάτω από μια βελανιδιά·
και του είπε: Εσύ είσαι ο άνθρωπος του Θεού, αυτός που ήρθε από τον Ιούδα; Κι
εκείνος είπε: Εγώ.
15
Και του είπε: Έλα μαζί μου στο σπίτι, και φάε ψωμί.
16
Κι εκείνος είπε: Δεν μπορώ να επιστρέψω μαζί σου ούτε νάρθω μαζί σου· ούτε να
φάω ψωμί ούτε να πιω νερό μαζί σου, σε τούτο τον τόπο·
17
επειδή, μου μιλήθηκε από τον λόγο τού Κυρίου: Μη φας ψωμί ούτε να πιεις νερό
εκεί ούτε να επιστρέψεις πηγαίνοντας από τον δρόμο από τον οποίο ήρθες.
18
Και του είπε: Κι εγώ προφήτης είμαι, όπως εσύ· και ένας άγγελος μου μίλησε με
τον λόγο τού Κυρίου, λέγοντας: Επίστρεψέ τον μαζί σου στο σπίτι σου, για να
φάει ψωμί και να πιει νερό. Του είπε, όμως, ψέματα.
19
Και γύρισε μαζί του, και έφαγε ψωμί στο σπίτι του, και ήπιε νερό.
20
Κι ενώ κάθονταν στο τραπέζι, ήρθε ο λόγος τού Κυρίου στον προφήτη, αυτόν που
τον γύρισε πίσω·
21
και φώναξε στον άνθρωπο του Θεού, αυτόν που είχε έρθει από τον Ιούδα, λέγοντας:
Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή, παράκουσες τη φωνή τού Κυρίου, και δεν τήρησες την
εντολή, που ο Κύριος ο Θεός σου σε είχε προστάξει,
22
αλλά, γύρισες πίσω, και έφαγες ψωμί, και ήπιες νερό, στον τόπο για τον οποίο
σου είχε πει: Μη φας ψωμί ούτε να πιεις νερό· το σώμα σου δεν θα μπει μέσα στον
τάφο των πατέρων σου.
23
Και αφού έφαγε ψωμί, και ήπιε, ετοίμασε εκείνος το γαϊδούρι σ' αυτόν, στον
προφήτη που τον γύρισε πίσω.
24
Και αναχώρησε· και στον δρόμο τον βρήκε ένα λιοντάρι, και τον θανάτωσε· και το
σώμα του ήταν πεταμένο στον δρόμο· και το γαϊδούρι στεκόταν κοντά του, και το
λιοντάρι στεκόταν κοντά στο σώμα.
25
Και να, άνδρες, που διάβαιναν, είδαν το σώμα πεταμένο στον δρόμο, και το
λιοντάρι να στέκεται κοντά στο σώμα· και καθώς ήρθαν, το ανήγγειλαν στην πόλη,
όπου κατοικούσε ο γέροντας προφήτης.
26
Και όταν ο προφήτης, που τον γύρισε πίσω από τον δρόμο, το άκουσε, είπε: Αυτός
είναι ο άνθρωπος του Θεού, που παράκουσε τη φωνή τού Κυρίου· γι' αυτό, τον
παρέδωσε ο Κύριος στο λιοντάρι, και τον διασπάραξε, και τον θανάτωσε, σύμφωνα
με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε σ' αυτόν.
27
Και μίλησε στους γιους του, λέγοντας: Στρώστε μου το γαϊδούρι. Και το έστρωσαν.
28
Και πήγε, και βρήκε το σώμα του πεταμένο στον δρόμο, και το γαϊδούρι, και το
λιοντάρι να στέκονται κοντά στο σώμα· το λιοντάρι δεν έφαγε το σώμα ούτε
διασπάραξε το γαϊδούρι.
29
Και ο προφήτης σήκωσε το σώμα τού ανθρώπου τού Θεού, και το έβαλε επάνω στο
γαϊδούρι του, και τον έφερε πίσω· και ο γέροντας προφήτης ήρθε στην πόλη, για
να πενθήσει και να τον θάψει.
30
Και έβαλε το σώμα του στον τάφο του· και πένθησαν γι' αυτόν, λέγοντας:
Αλλοίμονο! Αδελφέ μου!
31
Κι αφού τον έθαψε, μίλησε στους γιους του, λέγοντας: Όταν πεθάνω, θάψτε κι
εμένα στον τάφο, όπου θάφτηκε ο άνθρωπος του Θεού· βάλτε τα κόκαλά μου κοντά
στα κόκαλά του·
32
επειδή, θα γίνει οπωσδήποτε το πράγμα, που φώναξε με τον λόγο τού Κυρίου
ενάντια στο θυσιαστήριο στη Βαιθήλ, και ενάντια σε όλους τους ψηλούς τόπους,
που είναι στις πόλεις της Σαμάρειας.
33
Μετά το πράγμα αυτό, ο Ιεροβοάμ δεν επέστρεψε από τον κακό δρόμο του, αλλά και
πάλι έκανε ιερείς των ψηλών τόπων από τους τελευταίους τού λαού· όποιος ήθελε,
τον καθιέρωνε, και γινόταν ιερέας των ψηλών τόπων.
34
Και το πράγμα αυτό έγινε αιτία αμαρτίας στον οίκο τού Ιεροβοάμ, ώστε να τον
εξολοθρεύσει και να τον αφανίσει από το πρόσωπο της γης.
…………………………………………
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
03
ΘΕΜΑ:Βασιλέων Α' 14
1
Κατ' εκείνο τον καιρό ο Αβιά, ο γιος τού Ιεροβοάμ, αρρώστησε.
2
Και ο Ιεροβοάμ είπε στη γυναίκα του: Σήκω, παρακαλώ, και μετασχηματίσου, ώστε
να μη γνωρίσουν ότι είσαι η γυναίκα τού Ιεροβοάμ, και πήγαινε στη Σηλώ· δες,
εκεί είναι ο Αχιά ο προφήτης, που μου είχε πει ότι θα βασιλεύσω επάνω σε τούτο
τον λαό·
3
και πάρε στο χέρι σου δέκα ψωμιά, και κολλύρια, και ένα σταμνί μέλι, και
πήγαινε σ' αυτόν· αυτός θα σου αναγγείλει τι θα γίνει στο παιδί.
4
Και η γυναίκα τού Ιεροβοάμ έκανε έτσι· και αφού σηκώθηκε, πήγε στη Σηλώ, και
ήρθε στο σπίτι τού Αχιά. Ο Αχιά, όμως, δεν μπορούσε να βλέπει· επειδή, τα μάτια
του είχαν αμβλυνθεί από τα γηρατειά του.
5
Και ο Κύριος είχε πει στον Αχιά: Να, η γυναίκα τού Ιεροβοάμ έρχεται για να ζητήσει
έναν λόγο από σένα για τον γιο της, επειδή είναι άρρωστος· έτσι κι έτσι θα της
μιλήσεις· επειδή, όταν θα μπει μέσα, θα προσποιηθεί ότι είναι άλλη.
6
Και καθώς ο Αχιά άκουσε τον ήχο των ποδιών της, ενώ έμπαινε στην πόρτα, είπε:
Μπες μέσα, γυναίκα τού Ιεροβοάμ· γιατί προσποιείσαι ότι είσαι άλλη; Εγώ, όμως,
είμαι σε σένα απόστολος σκληρών ειδήσεων·
7
πήγαινε, πες στον Ιεροβοάμ: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Επειδή, εγώ
σε ύψωσα μέσα από τον λαό, και σε έκανα ηγεμόνα επάνω στον λαό μου Ισραήλ,
8
και αφού διέσπασα τη βασιλεία από τον οίκο τού Δαβίδ, την έδωσα σε σένα, κι εσύ
δεν στάθηκες καθώς ο δούλος μου, ο Δαβίδ, που τήρησε τις εντολές μου, και με
ακολούθησε με όλη του την καρδιά, στο να κάνει μονάχα το ευθύ μπροστά μου,
9
αλλά υπερέβηκες στο κακό όλους όσους στάθηκαν προγενέστεροί σου, επειδή πήγες
και έκανες στον εαυτό σου άλλους θεούς, και είδωλα χωνευτά, για να με
παροργίσεις, και με απέρριψες πίσω από τη ράχη σου·
10
γι' αυτό, δες, θα φέρω κακό επάνω στην οικογένεια του Ιεροβοάμ, και θα εξολοθρεύσω
από τον Ιεροβοάμ εκείνον που ουρεί στον τοίχο, τον δούλο και τον ελεύθερο στον
Ισραήλ, και θα σαρώσω πίσω από την οικογένεια του Ιεροβοάμ, καθώς κάποιος
σαρώνει την κοπριά μέχρις ότου εκλείψει·
11
όποιος από τον Ιεροβοάμ πεθάνει στην πόλη, τα σκυλιά θα τον καταφάνε· και
όποιος πεθάνει στο χωράφι, τα πουλιά τού ουρανού θα τον καταφάνε· επειδή, ο
Κύριος μίλησε.
12
Εσύ, λοιπόν, αφού σηκωθείς, πήγαινε στο σπίτι σου· κι ενώ τα πόδια σου θα
μπαίνουν μέσα στην πόλη, το παιδί θα πεθάνει·
13
και θα το πενθήσει ολόκληρος ο Ισραήλ, και θα το ενταφιάσουν· επειδή, από τον
Ιεροβοάμ, μονάχα αυτό θάρθει σε τάφο, για τον λόγο ότι, σ' αυτό βρέθηκε κάτι
καλό μπροστά στον Κύριο, τον Θεό τού Ισραήλ, στον οίκο τού Ιεροβοάμ.
14
Και ο Κύριος θα σηκώσει για τον εαυτό του έναν βασιλιά επάνω στον Ισραήλ, που
θα εξολοθρεύσει τον οίκο τού Ιεροβοάμ εκείνη την ημέρα· αλλά, τι; Τώρα,
μάλιστα.
15
Και ο Κύριος θα πατάξει τον Ισραήλ, ώστε να κινείται σαν καλάμι μέσα στο νερό,
και θα ξεριζώσει τον Ισραήλ από τούτη την αγαθή γη, που έδωσε στους πατέρες
τους, και θα τους διασκορπίσει πέρα από τον ποταμό· επειδή, έκαναν τα άλση
τους, για να παροργίσουν τον Κύριο·
16
και θα παραδώσει τον Ισραήλ εξαιτίας των αμαρτιών τού Ιεροβοάμ, ο οποίος
αμάρτησε, και ο οποίος έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
17
Και η γυναίκα του Ιεροβοάμ σηκώθηκε, και αναχώρησε, και ήρθε στη Θερσά· και
καθώς αυτή πάτησε στο κατώφλι τής πόρτας τού σπιτιού, το παιδί πέθανε·
18
και το έθαψαν· και το πένθησε ολόκληρος ο Ισραήλ, σύμφωνα με τον λόγο τού
Κυρίου, που μίλησε με τον δούλο του, τον προφήτη Αχιά.
19
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιεροβοάμ, πώς πολέμησε, και με ποιο τρόπο
βασίλευσε, να, είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων του
Ισραήλ.
20
Και οι ημέρες, που ο Ιεροβοάμ βασίλευσε, ήσαν 22 χρόνια· και κοιμήθηκε μαζί με
τους πατέρες του, και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ναδάβ, ο γιος του.
21
ΚΑΙ ο Ροβοάμ, ο γιος τού Σολομώντα, βασίλευσε επάνω στον Ιούδα. Ο Ροβοάμ ήταν
41 χρόνων όταν έγινε βασιλιάς, και βασίλευσε 17 χρόνια στην Ιερουσαλήμ, στην
πόλη που ο Κύριος έκλεξε από όλες τις φυλές τού Ισραήλ για να βάλει εκεί το
όνομά του. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Νααμά, η Αμμωνίτισσα.
22
Και ο Ιούδας έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και τον παρόξυναν σε ζηλοτυπία
με τις αμαρτίες τους, που αμάρτησαν, περισσότερο από όλα όσα έπραξαν οι πατέρες
τους.
23
Επειδή, κι αυτοί έκτισαν για τον εαυτό τους ψηλούς τόπους, και έκαναν αγάλματα
και άλση, επάνω σε κάθε ψηλό λόφο, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
24
Κι ακόμα, υπήρχαν στη γη και σοδομίτες· και έκαναν σύμφωνα με όλα τα βδελύγματα
των εθνών, που ο Κύριος έδιωξε μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
25
Και τον πέμπτο χρόνο τής βασιλείας τού Ροβοάμ, ανέβηκε ο Σισάκ, ο βασιλιάς τής
Αιγύπτου εναντίον της Ιερουσαλήμ.
26
Και πήρε τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και τους θησαυρούς τού παλατιού
τού βασιλιά· πήρε τα πάντα· πήρε ακόμα όλες τις χρυσές ασπίδες, που είχε κάνει
ο Σολομώντας.
27
Και αντί γι' αυτές, ο βασιλιάς Ροβοάμ έκανε χάλκινες ασπίδες, και τις παρέδωσε
στα χέρια των αρχόντων των δορυφόρων, που φύλαγαν τη θύρα τού παλατιού τού βασιλιά.
28
Και όταν ο βασιλιάς έμπαινε στον οίκο τού Κυρίου, τις βάσταζαν οι δορυφόροι·
έπειτα, τις ξανάφερναν στο οίκημα των δορυφόρων.
29
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ροβοάμ, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο
βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
30
Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον Ροβοάμ και τον Ιεροβοάμ όλες τις ημέρες.
31
Και ο Ροβοάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους
πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Νααμά, η
Αμμωνίτισσα. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αβιάμ, ο γιος του.
………………………………………
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
04
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 15
Βασιλέων
Α' 15
1
ΚΑΙ ο Αβιάμ βασίλευσε επάνω στον Ιούδα, κατά τον 18ο χρόνο της βασιλείας τού Ιεροβοάμ,
γιου τού Ναβάτ.
2
Τρία χρόνια βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Μααχά,
θυγατέρα τού Αβεσσαλώμ.
3
Και περπάτησε σε όλες τις αμαρτίες τού πατέρα του, που πριν απ' αυτόν είχε
πράξει· και η καρδιά του δεν ήταν τέλεια με τον Κύριο τον Θεό του, όπως η
καρδιά τού Δαβίδ τού πατέρα του.
4
Αλλ' όμως, χάρη τού Δαβίδ, ο Κύριος ο Θεός του έδωσε σ' αυτόν ένα λυχνάρι στην
Ιερουσαλήμ, εγείροντας τον γιο του ύστερα απ' αυτόν, και στερεώνοντας την
Ιερουσαλήμ·
5
επειδή, ο Δαβίδ έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και δεν ξέκλινε όλες τις
ημέρες τής ζωής του, από όλα όσα τον είχε προστάξει, εκτός της υπόθεσης του
Ουρία τού Χετταίου.
6
Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον Ροβοάμ και στον Ιεροβοάμ όλες τις ημέρες τής
ζωής του.
7
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αβιάμ, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο
βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα; Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον
Αβιάμ και στον Ιεροβοάμ.
8
Και ο Αβιάμ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη τού
Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ασά, ο γιος του.
9
Και ο Ασά βασίλευσε επάνω στον Ιούδα, κατά τον 20ό χρόνο τού Ιεροβοάμ, βασιλιά
τού Ισραήλ.
10
Και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ 41 χρόνια. Και το όνομα της μητέρας του ήταν
Μααχά, θυγατέρα τού Αβεσσαλώμ.
11
Και ο Ασά έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όπως ο Δαβίδ ο πατέρας του.
12
Και έβγαλε από τη γη τούς σοδομίτες, και σήκωσε όλα τα είδωλα, που είχαν κάνει
οι πατέρες του.
13
Ακόμα δε και τη μητέρα του, τη Μααχά, κι αυτή την απέβαλε από το να είναι
βασίλισσα, επειδή έκανε ένα είδωλο στο άλσος· και ο Ασά κατέκοψε το είδωλό της,
και το έκαψε κοντά στον χείμαρρο των Κέδρων.
14
Οι ψηλοί τόποι, όμως, δεν αφαιρέθηκαν· εντούτοις, η καρδιά τού Ασά ήταν τέλεια
με τον Κύριο όλες τις ημέρες του.
15
Και έφερε στον οίκο τού Κυρίου τα αφιερώματα του πατέρα του, και τα δικά του
αφιερώματα, ασήμι, χρυσάφι, και σκεύη.
16
Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον Ασά και στον Βαασά, τον βασιλιά τού Ισραήλ,
όλες τις ημέρες τους.
17
Και ο Βαασά, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, ανέβηκε ενάντια στον Ιούδα, και έκτισε τη
Ραμά, για να μη αφήνει κανέναν να βγαίνει έξω ούτε να μπαίνει μέσα προς τον Ασά
τον βασιλιά τού Ιούδα.
18
Τότε, ο Ασά πήρε όλο το ασήμι και το χρυσάφι, αυτό που είχε μείνει στους
θησαυρούς του οίκου τού Κυρίου, και στους θησαυρούς τού παλατιού τού βασιλιά,
και τα παρέδωσε στα χέρια των δούλων του· και ο βασιλιάς Ασά τούς έστειλε στον
Βεν-αδάδ, τον γιο τού Ταβριμών, γιου τού Εσιών, βασιλιά τής Συρίας, αυτόν που
κατοικούσε στη Δαμασκό, λέγοντας:
19
Ας γίνει συνθήκη ανάμεσα σε μένα και σε σένα, όπως υπήρχε ανάμεσα στον πατέρα
μου και στον πατέρα σου· δες, σου έστειλα ένα δώρο από ασήμι και χρυσάφι·
πήγαινε, και διάλυσε τη συνθήκη σου που έχεις με τον Βαασά, τον βασιλιά τού
Ισραήλ, για να αναχωρήσει από μένα.
20
Και ο Βεν-αδάδ εισάκουσε τον βασιλιά Ασά, και έστειλε τους αρχηγούς των
δυνάμεών του ενάντια στις πόλεις τού Ισραήλ, και πάταξε την Ιιών, και τη Δαν,
και την Αβέλ-βαιθ-Μααχά, και ολόκληρη τη Χιννερώθ, μαζί με ολόκληρη τη γη
Νεφθαλί.
21
Και όταν ο Βαασά το άκουσε, σταμάτησε να κτίζει τη Ραμά, και κάθησε στη Θερσά.
22
Τότε, ο βασιλιάς Ασά συγκάλεσε ολόκληρο τον Ιούδα, χωρίς καμιά εξαίρεση· και
σήκωσαν τις πέτρες τής Ραμά, και τα ξύλα της, με τα οποία ο Βαασά έκανε το
κτίσιμο· και ο βασιλιάς Ασά έκτισε μ' αυτά τη Γεβά τού Βενιαμίν, και τη Μισπά.
23
Και οι υπόλοιπες απ' όλες τις πράξεις τού Ασά, και όλα τα κατορθώματά του, και
όλα όσα έκανε, και οι πόλεις που έκτισε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των
χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα; Στον καιρό των γηρατειών του, όμως,
αρρώστησε στα πόδια του.
24
Και ο Ασά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους πατέρες
του στην πόλη τού Δαβίδ τού πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωσαφάτ ο
γιος του.
25
ΚΑΙ βασίλευσε ο Ναδάβ, ο γιος του Ιεροβοάμ, επάνω στον Ισραήλ, τον δεύτερο
χρόνο τού Ασά τού βασιλιά τού Ιούδα, και βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ δύο
χρόνια.
26
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στον δρόμο τού πατέρα του,
και στην αμαρτία του, με την οποία έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
27
Και εναντίον του συνωμότησε ο Βαασά, ο γιος τού Αχιά, από την οικογένεια του
Ισσάχαρ· και ο Βαασά τον πάταξε στη Γιββεθών, που ανήκε στους Φιλισταίους·
επειδή, ο Ναδάβ και ολόκληρος ο Ισραήλ πολιορκούσαν τη Γιββεθών.
28
Ο Βαασά, λοιπόν, τον θανάτωσε κατά τον τρίτο χρόνο τού Ασά τού βασιλιά τού
Ιούδα, και βασίλευσε αντ' αυτού.
29
Και καθώς βασίλευσε, πάταξε ολόκληρη την οικογένεια του Ιεροβοάμ· δεν άφησε
στον Ιεροβοάμ τίποτε ζωντανό, μέχρις ότου την εξολόθρευσε, σύμφωνα με τον λόγο
τού Κυρίου, που μίλησε με τον δούλο του, τον Αχιά τον Σηλωνίτη,
30
εξαιτίας των αμαρτιών τού Ιεροβοάμ, που αμάρτησε, και με τις οποίες έκανε τον
Ισραήλ να αμαρτήσει, και για τον παροργισμό με τον οποίο παρόργισε τον Κύριο
τον Θεό τού Ισραήλ.
31
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ναδάβ, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο
βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
32
Και υπήρχε πόλεμος ανάμεσα στον Ασά και στον Βαασά, τον βασιλιά τού Ισραήλ,
όλες τις ημέρες τους.
33
Κατά τον τρίτο χρόνο τού Ασά τού βασιλιά τού Ιούδα, ο Βαασά, ο γιος τού Αχιά,
βασίλευσε επάνω σε ολόκληρο τον Ισραήλ στη Θερσά· και βασίλευσε 24 χρόνια.
34
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στον δρόμο τού Ιεροβοάμ,
και στην αμαρτία του, με την οποία έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
………………………………………
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
05
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 16
Βασιλέων
Α' 16
1
ΚΑΙ ήρθε λόγος τού Κυρίου στον Ιηού, τον γιο τού Ανανί, εναντίον του Βαασά,
λέγοντας:
2
Επειδή, ενώ σε ύψωσα από το χώμα, και σε έκανα ηγεμόνα επάνω στον λαό μου
Ισραήλ, εσύ περπάτησες στον δρόμο τού Ιεροβοάμ, και έκανες τον λαό μου Ισραήλ
να αμαρτήσει, για να με παροργίσεις με τις αμαρτίες τους,
3
δες, εγώ εξολοθρεύω τον Βαασά, ολοκληρωτικά, και την οικογένειά του· και θα
κάνω την οικογένειά σου όπως την οικογένεια του Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ·
4
όποιος από τον Βαασά πεθάνει στην πόλη, θα τον φάνε τα σκυλιά· και όποιος απ'
αυτόν πεθάνει στα χωράφια, θα τον φάνε τα πουλιά τού ουρανού.
5
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Βαασά, και όσα έπραξε, και τα κατορθώματά του, δεν
είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
6
Και ο Βαασά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στη Θερσά· και αντ'
αυτού βασίλευσε ο Ηλά, ο γιος του.
7
Κι ακόμα, διαμέσου τού Ιηού τού προφήτη, γιου τού Ανανί, ήρθε λόγος τού Κυρίου
εναντίον του Βαασά, και ενάντια στην οικογένειά του, και ενάντια σε όλες τις
κακίες που έπραξε μπροστά στον Κύριο, που τον παρόργισε με τα έργα των χεριών
του, ώστε να γίνει όπως η οικογένεια του Ιεροβοάμ· και επειδή τον θανάτωσε.
8
Κατά τον 26ο χρόνο τού Ασά, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Ηλά, ο γιος τού Βαασά,
βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ, στη Θερσά, και βασίλευσε δύο χρόνια.
9
Αλλά, εναντίον του συνωμότησε ο δούλος του, ο Ζιμβρί, ο αρχηγός των μισών
πολεμικών αμαξών, ενώ ήταν στη Θαρσείς, πίνοντας και μεθώντας μέσα στο σπίτι
τού Αρσά, του οικονόμου τού παλατιού του στη Θερσά.
10
Και ο Ζιμβρί μπήκε, και τον πάταξε, και τον θανάτωσε, τον 27ο χρόνο τού Ασά,
του βασιλιά τού Ιούδα, και βασίλευσε αντ' αυτού.
11
Και καθώς βασίλευσε, αφού κάθησε επάνω στον θρόνο του, πάταξε ολόκληρη την
οικογένεια του Βαασά· δεν άφησε σ' αυτόν κάποιον που ουρεί σε τοίχο, ούτε
συγγενείς του ούτε φίλους του.
12
Και ο Ζιμβρί εξολόθρευσε ολόκληρη την οικογένεια του Βαασά, σύμφωνα με τον λόγο
τού Κυρίου, που μίλησε ενάντια στον Βαασά διαμέσου τού Ιηού τού προφήτη,
13
εξαιτίας όλων των αμαρτιών τού Βαασά, και των αμαρτιών τού Ηλά, του γιου του,
που αμάρτησαν, και με τις οποίες έκαναν τον Ισραήλ να αμαρτήσει, παροργίζοντας
τον Θεό τού Ισραήλ με τις ματαιότητές τους.
14
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ηλά, και όλα όσα έπραξε, δεν είναι γραμμένα στο
βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
15
Κατά τον 27ο χρόνο τού Ασά, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Ζιμβρί βασίλευσε επτά
ημέρες στη Θερσά.
Και
ο λαός ήταν στρατοπεδευμένος ενάντια στη Γιββεθών, που ανήκε στους Φιλισταίους.
16
Και όταν ο λαός, αυτός που ήταν στρατοπεδευμένος, άκουσε ότι έλεγαν: Ο Ζιμβρί
συνωμότησε, και μάλιστα πάταξε τον βασιλιά, ολόκληρος ο Ισραήλ έκανε τον Αμρί,
τον αρχηγό τού στρατού, βασιλιά επάνω στον Ισραήλ εκείνη την ημέρα μέσα στο
στρατόπεδο.
17
Και ανέβηκε ο Αμρί, και μαζί του ολόκληρος ο Ισραήλ, από τη Γιββεθών, και
πολιόρκησαν τη Θερσά.
18
Και καθώς ο Ζιμβρί είδε ότι κυριεύθηκε η πόλη, μπήκε μέσα στον πυργίσκο τού
παλατιού τού βασιλιά, και έκαψε επάνω του με φωτιά το παλάτι τού βασιλιά, και
πέθανε,
19
για τις αμαρτίες του που είχε αμαρτήσει, πράττοντας πονηρά μπροστά στον Κύριο,
επειδή περπάτησε στον δρόμο τού Ιεροβοάμ, και στις αμαρτίες του, που είχε
πράξει, κάνοντας τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
20
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ζιμβρί, και η συνωμοσία που έκανε, δεν είναι
γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
21
Τότε, ο λαός Ισραήλ χωρίστηκε σε δύο μέρη· το μισό τού λαού ακολούθησε τον
Θιβνί, τον γιο τού Γινάθ, για να τον κάνει βασιλιά· και το μισό ακολούθησε τον
Αμρί.
22
Ο λαός, όμως, που ακολούθησε τον Αμρί υπερίσχυσε ενάντια στον λαό που
ακολούθησε τον Θιβνί, τον γιο τού Γινάθ· και ο Θιβνί πέθανε, και βασίλευσε ο
Αμρί.
23
ΚΑΤΑ τον 31ο χρόνο τού Ασά, του βασιλιά τού Ιούδα, ο Αμρί βασίλευσε επάνω στον
Ισραήλ, και βασίλευσε 12 χρόνια· έξι χρόνια βασίλευσε στη Θερσά.
24
Και αγόρασε το βουνό τής Σαμάρειας από τον Σεμέρ, για δύο τάλαντα ασήμι, και
έκτισε μια πόλη επάνω στο βουνό, και αποκάλεσε το όνομα της πόλης, που έκτισε,
σύμφωνα με το όνομα του Σεμέρ, κυρίου τού βουνού, Σαμάρεια.
25
Και ο Αμρί έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και έπραξε χειρότερα από όλους
όσοι ήσαν πριν απ' αυτόν·
26
και περπάτησε σε όλους τους δρόμους τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, και στις
αμαρτίες εκείνου, με τις οποίες έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει, παροργίζοντας
τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ με τις ματαιότητές τους.
27
Και οι υπόλοιπες από τις πράξεις τού Αμρί που έπραξε, και τα κατορθώματά του
όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού
Ισραήλ;
28
Και ο Αμρί κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στη Σαμάρεια· και
αντ' αυτού βασίλευσε ο Αχαάβ, ο γιος του.
29
ΚΑΙ ο Αχαάβ, ο γιος τού Αμρί, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ κατά τον 38ο χρόνο
τού Ασά τού βασιλιά τού Ιούδα· και ο Αχαάβ ο γιος τού Αμρί, βασίλευσε επάνω στον
Ισραήλ στη Σαμάρεια, 22 χρόνια.
30
Και ο Αχαάβ, ο γιος τού Αμρί, έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, περισσότερο από
όλους όσοι ήσαν πριν απ' αυτόν.
31
Και σαν να ήταν ένα μικρό πράγμα, το να περπατάει στις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ,
του γιου τού Ναβάτ, πήρε ακόμα για γυναίκα την Ιεζάβελ, τη θυγατέρα τού Εθβαάλ,
του βασιλιά των Σιδωνίων, και πήγε και λάτρευσε τον Βάαλ, και τον προσκύνησε.
32
Και ανέγειρε βωμό στον Βάαλ, μέσα στον οίκο τού Βάαλ, που είχε οικοδομήσει στη
Σαμάρεια.
33
Και ο Αχαάβ έκανε ένα άλσος· και για να παροργίσει τον Κύριο τον Θεό τού
Ισραήλ, ο Αχαάβ έπραξε περισσότερο από όλους τους βασιλιάδες τού Ισραήλ, όσοι
στάθηκαν πριν απ' αυτόν.
34
Στις ημέρες του, ο Χιήλ ο Βαιθηλίτης έκτισε την Ιεριχώ· έβαλε τα θεμέλιά της
επάνω στον πρωτότοκό του, τον Αβειρών, και έστησε τις πύλες της επάνω στον
νεότερο γιο του, τον Σεγούβ, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που είχε μιλήσει διαμέσου
τού Ιησού, τον γιο τού Ναυή.
……………………………………….
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
06
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 17
Βασιλέων
Α' 17
1
ΚΑΙ ο Ηλίας ο Θεσβίτης, αυτός από τους κατοίκους τής Γαλαάδ, είπε στον Αχαάβ:
Ζει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, μπροστά στον οποίο στέκομαι, αυτά τα χρόνια δεν
θα υπάρχει δρόσος και βροχή, παρά μονάχα με τον λόγο τού στόματός μου.
2
Και ο λόγος τού Κυρίου ήρθε σ' αυτόν, λέγοντας:
3
Αναχώρησε από εδώ, και στρέψε ανατολικά, και κρύψου κοντά στον χείμαρρο Χερίθ,
που είναι απέναντι από τον Ιορδάνη·
4
και θα πίνεις από τον χείμαρρο · πρόσταξα δε τους κόρακες, να σε τρέφουν εκεί.
5
Και πήγε, και έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου· επειδή, πήγε και κάθησε
κοντά στον χείμαρρο Χερίθ, που είναι απέναντι από τον Ιορδάνη.
6
Και οι κόρακες του έφερναν ψωμί και κρέας το πρωί, και ψωμί και κρέας την
εσπέρα· και έπινε νερό από τον χείμαρρο.
7
Και μετά από μερικές ημέρες ο χείμαρρος Χερίθ ξεράθηκε, επειδή δεν έγινε βροχή
επάνω στη γη.
8
Και ήρθε σ' αυτόν ο λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
9
Αφού σηκωθείς, πήγαινε στα Σαρεπτά τής Σιδώνας, και κάθησε εκεί· δες, έχω
προστάξει εκεί μια χήρα γυναίκα να σε τρέφει.
10
Και αφού σηκώθηκε, πήγε στα Σαρεπτά. Και καθώς ήρθε στην πύλη τής πόλης, να,
ήταν εκεί μια χήρα που μάζευε ξυλαράκια· και της φώναξε, και είπε: Φέρε μου,
παρακαλώ, σε δοχείο λίγο νερό να πιω.
11
Κι ενώ πήγε για να φέρει, της φώναξε, και είπε: Φέρε μου, παρακαλώ, και ένα
κομμάτι ψωμί στο χέρι σου.
12
Κι εκείνη είπε: Ζει ο Κύριος ο Θεός σου, δεν έχω ψωμί, αλλά μόνον μια χεριά
αλεύρι στο πιθάρι, και λίγο λάδι στο ρωγί· και δες , μαζεύω δύο ξυλαράκια, για
να πάω και να το φτιάξω για τον εαυτό μου, και για τον γιο μου, και να το φάμε,
και να πεθάνουμε.
13
Και ο Ηλίας τής είπε: Μη φοβάσαι· πήγαινε, κάνε όπως είπες· αλλά, απ' αυτό κάνε
πρώτα σε μένα μια μικρή πίτα, και φέρ' την σε μένα, και έπειτα κάνε για τον
εαυτό σου, και για τον γιο σου·
14
επειδή, έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα
αδειάσει ούτε το ρωγί με το λάδι θα ελαττωθεί, μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο
Κύριος θα δώσει βροχή επάνω στο πρόσωπο της γης.
15
Κι εκείνη πήγε, και έκανε σύμφωνα με τον λόγο του Ηλία· και έτρωγε, αυτή, κι
αυτός, και η οικογένειά της, πολλές ημέρες·
16
το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε ούτε το ρωγί με το λάδι ελαττώθηκε, σύμφωνα
με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε διαμέσου τού Ηλία.
17
Και μετά από τα πράγματα αυτά, αρρώστησε ο γιος τής γυναίκας, της κυρίας τού
σπιτιού· και η αρρώστια του ήταν υπερβολικά δυνατή, μέχρις ότου δεν έμεινε μέσα
του πνοή.
18
Και είπε στον Ηλία: Τι έχεις μαζί μου, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες σε μένα για να
φέρεις σε ενθύμηση τις ανομίες μου, και να θανατώσεις τον γιο μου;
19
Κι εκείνος τής είπε: Δώσε μου τον γιο σου. Και τον πήρε από τον κόρφο της, και
τον ανέβασε στο υπερώο, όπου αυτός καθόταν, και τον πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι
του.
20
Και αναβόησε στον Κύριο, και είπε: Κύριε, Θεέ μου! Έφερες κακό κι επάνω στη
χήρα, κοντά στην οποία παροικώ, ώστε να θανατώσεις τον γιο της;
21
Και ξάπλωσε τρεις φορές επάνω στο παιδάκι, και αναβόησε στον Κύριο, και είπε:
Κύριε, Θεέ μου, ας επανέλθει, παρακαλώ, στο παιδάκι αυτό, η ψυχή μέσα του.
22
Και ο Κύριος εισάκουσε τη φωνή τού Ηλία· και στο παιδάκι επανήλθε μέσα του η
ψυχή, και ανέζησε.
23
Και ο Ηλίας πήρε το παιδάκι, και το κατέβασε από το υπερώο στο σπίτι, και το
έδωσε στη μητέρα του. Και ο Ηλίας είπε: Δες, ο γιος σου ζει.
24
Και η γυναίκα είπε στον Ηλία: Τώρα γνωρίζω απ' αυτό ότι είσαι άνθρωπος του
Θεού, και ο λόγος τού Κυρίου στο στόμα σου είναι αλήθεια.
……………………………………….
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
07
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 18
Βασιλέων
Α' 18
1
ΚΑΙ ύστερα από πολλές ημέρες, ο λόγος τού Κυρίου ήρθε στον Ηλία κατά τον τρίτο
χρόνο, λέγοντας: Πήγαινε, και φανερώσου στον Αχαάβ· και θα δώσω βροχή επάνω στο
πρόσωπο της γης.
2
Και ο Ηλίας πήγε να φανερωθεί στον Αχαάβ.
Η
πείνα μάλιστα γινόταν βαριά στη Σαμάρεια.
3
Και ο Αχαάβ κάλεσε τον Οβαδία τον οικονόμο. (Και ο Οβαδία φοβόταν υπερβολικά
τον Κύριο·
4
επειδή, όταν η Ιεζάβελ εξολόθρευε τους προφήτες τού Κυρίου, ο Οβαδία είχε πάρει
100 προφήτες, και τους έκρυψε σε σπηλιά ανά 50, και τους έτρεφε εκεί με ψωμί
και νερό).
5
Και ο Αχαάβ είπε στον Οβαδία: Να περιέλθεις στη γη, σε όλες τις πηγές των
νερών, και σε όλους τους χειμάρρους· ίσως βρούμε χορτάρι, για να σώσουμε τη ζωή
των αλόγων και των μουλαριών, και να μη στερηθούμε τα κτήνη.
6
Χώρισαν, λοιπόν, τη γη για τον εαυτό τους, για να τη διαπεράσουν· ο μεν Αχαάβ
αναχώρησε από έναν δρόμο, ολομόναχος, ο δε Οβαδία αναχώρησε από άλλον δρόμο,
ολομόναχος.
7
Και ενώ ο Οβαδία βρισκόταν καθ' οδόν, να, τον συνάντησε ο Ηλίας· και εκείνος
τον γνώρισε, και έπεσε μπρούμυτα και είπε: Εσύ είσαι, κύριέ μου Ηλία;
8
Κι εκείνος τού είπε: Εγώ· πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας.
9
Κι εκείνος είπε: Τι αμάρτησα, ώστε θέλεις να παραδώσεις τον δούλο σου στο χέρι
τού Αχαάβ, για να με θανατώσει;
10
Ζει ο Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχει έθνος ή βασίλειο, όπου ο κύριός μου δεν
έχει στείλει να σε αναζητούν· και όταν έλεγαν: Δεν είναι, αυτός όρκιζε το
βασίλειο και το έθνος, ότι δεν σε βρήκαν.
11
Και τώρα εσύ λες: Πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας.
12
Και καθώς εγώ αναχωρήσω από σένα, το Πνεύμα τού Κυρίου θα σε φέρει όπου δεν
ξέρω· και όταν πάω και αναγγείλω στον Αχαάβ, και δεν σε βρει, θα με θανατώσει.
Αλλά, ο δούλος σου φοβούμαι τον Κύριο από τη νιότη μου.
13
Δεν αναγγέλθηκε στον κύριό μου τι έκανα, όταν η Ιεζάβελ θανάτωνε τους προφήτες
τού Κυρίου, με ποιον τρόπο είχα κρύψει 100 άνδρες από τους προφήτες του Κυρίου,
σε σπηλιά ανά 50, και τους διέθρεψα με ψωμί και νερό;
14
Και τώρα εσύ λες: Πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας· αλλ' αυτός θα με
θανατώσει.
15
Και ο Ηλίας είπε: Ζει ο Κύριος των δυνάμεων, μπροστά στον οποίο παραστέκομαι
ότι, σήμερα θα εμφανιστώ σ' αυτόν.
16
Πήγε, λοιπόν, ο Οβαδία σε συνάντηση του Αχαάβ, και του το ανήγγειλε. Και ο
Αχαάβ πήγε σε συνάντηση του Ηλία.
17
Και καθώς ο Αχαάβ είδε τον Ηλία, ο Αχαάβ είπε σ' αυτόν: Εσύ είσαι αυτός που
διαταράζεις τον Ισραήλ;
18
Κι εκείνος είπε: Δεν διαταράζω εγώ τον Ισραήλ, αλλ' εσύ, και η οικογένεια του
πατέρα σου· επειδή, εσείς εγκαταλείψατε τις εντολές τού Κυρίου, και πήγες πίσω
από τους Βααλείμ·
19
τώρα, λοιπόν, στείλε, συγκέντρωσέ μου ολόκληρο τον Ισραήλ στο βουνό τον
Κάρμηλο, και τους 450 προφήτες τού Βάαλ, και τους 400 προφήτες των αλσών, που
τρώνε στο τραπέζι τής Ιεζάβελ.
20
Και ο Αχαάβ έστειλε σε όλους του γιους Ισραήλ, και συγκέντρωσε τους προφήτες
στο βουνό τον Κάρμηλο.
21
Και ο Ηλίας πλησίασε σε ολόκληρο τον λαό, και είπε: Μέχρι πότε χωλαίνετε
ανάμεσα σε δύο φρονήματα; Αν ο Κύριος είναι Θεός, ακολουθείτε αυτόν· αλλ' αν ο
Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Και ο λαός δεν του απάντησε ούτε έναν λόγο.
22
Τότε, ο Ηλίας είπε στον λαό: Εγώ μόνος απέμεινα προφήτης τού Κυρίου· ενώ οι
προφήτες τού Βάαλ είναι 450 άνδρες·
23
ας μας δώσουν, λοιπόν, δύο μοσχάρια· και ας διαλέξουν για τον εαυτό τους το ένα
μοσχάρι, και ας το διαμελίσουν, και ας το βάλουν επάνω σε ξύλα, φωτιά όμως ας
μη βάλουν· κι εγώ θα ετοιμάσω το άλλο μοσχάρι, και θα το βάλω επάνω σε ξύλα,
και φωτιά δεν θα βάλω·
24
και να επικαλεστείτε το όνομα των θεών σας, κι εγώ θα επικαλεσθώ το όνομα του
Κυρίου· και ο Θεός, που θα εισακούσει με φωτιά, αυτός ας είναι ο Θεός.
Και
απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Καλός είναι ο λόγος.
25
Και ο Ηλίας είπε στους προφήτες τού Βάαλ: Διαλέξτε για τον εαυτό σας το ένα
μοσχάρι, και ετοιμάστε το πρώτοι· επειδή, είστε πολλοί· και επικαλεσθείτε το
όνομα των θεών σας, φωτιά όμως μη βάλετε.
26
Και πήραν το μοσχάρι που τους δόθηκε, και το ετοίμασαν, και επικαλούνταν το
όνομα του Βάαλ από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, λέγοντας: Εισάκουσέ μας, Βάαλ·
και δεν υπήρξε φωνή, και δεν υπήρξε ακρόαση· και πηδούσαν γύρω από το
θυσιαστήριο, που είχαν κτίσει.
27
Και κατά το μεσημέρι, ο Ηλίας περιπαίζοντάς τους, έλεγε: Να τον επικαλείστε με
δυνατή φωνή· επειδή, θεός είναι· ή έχει συνομιλία ή έχει ασχολία ή είναι σε
οδοιπορία ή ίσως και να κοιμάται, και θα ξυπνήσει.
28
Και επικαλούνταν με μεγάλη φωνή, και κατέκοβαν το σώμα τους, σύμφωνα με τη
συνήθειά τους, με μαχαίρια και με λόγχες, μέχρις ότου ξεχύθηκε επάνω τους αίμα.
29
Και αφού πέρασε το μεσημέρι, κι αυτοί προφήτευαν μέχρι την ώρα τής προσφοράς,
και δεν υπήρξε φωνή, και δεν υπήρξε ακρόαση, και δεν υπήρξε προσοχή,
30
τότε, ο Ηλίας είπε σε ολόκληρο τον λαό: Πλησιάστε σε μένα. Και ολόκληρος ο λαός
πλησίασε σ' αυτόν. Και επιδιόρθωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, το γκρεμισμένο.
31
Και ο Ηλίας πήρε 12 πέτρες, σύμφωνα με τον αριθμό των φυλών των γιων τού Ιακώβ,
προς τον οποίο είχε έρθει ο λόγος τού Κυρίου, λέγοντας: Το όνομά σου θα είναι
Ισραήλ·
32
και έκτισε τις πέτρες σε θυσιαστήριο στο όνομα του Κυρίου· και έκανε ένα αυλάκι
γύρω από το θυσιαστήριο, που χωρούσε δύο μέτρα σπόρο.
33
Και στοίβαξε τα ξύλα, και διαμέλισε το μοσχάρι, και το έβαλε επάνω στα ξύλα.
34
Και είπε: Γεμίστε τέσσερις υδρίες νερό, και χύστε το επάνω στο ολοκαύτωμα, κι
επάνω στα ξύλα. Και είπε: Δευτερώστε· και δευτέρωσαν. Και είπε: Κάντε το μια
τρίτη φορά· και το έκαναν μια τρίτη φορά.
35
Και το νερό περιέτρεχε γύρω από το θυσιαστήριο· ακόμα και το αυλάκι γέμισε
νερό.
36
Και την ώρα τής προσφοράς, ο Ηλίας ο προφήτης πλησίασε, και είπε: Κύριε, Θεέ
τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ισραήλ, ας γίνει σήμερα γνωστό, ότι εσύ είσαι ο
Θεός στον Ισραήλ, κι εγώ δούλος σου, και σύμφωνα με τον λόγο σου έκανα όλα αυτά
τα πράγματα·
37
εισάκουσέ με, Κύριε, εισάκουσέ με, για να γνωρίσει αυτός ο λαός ότι εσύ ο
Κύριος είσαι ο Θεός, κι εσύ γύρισες την καρδιά τους πίσω.
38
Τότε, έπεσε φωτιά από τον Κύριο και κατέφαγε το ολοκαύτωμα, και τα ξύλα, και
τις πέτρες, και το χώμα, και έγλειψε το νερό, αυτό που ήταν στο αυλάκι.
39
Και όταν ολόκληρος ο λαός το είδε, έπεσαν μπρούμυτα μπροστά τους, και είπαν: Ο
Κύριος, αυτός είναι ο Θεός· ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός.
40
Και ο Ηλίας τούς είπε: Πιάστε τούς προφήτες τού Βάαλ· κανένας απ' αυτούς ας μη
διασωθεί. Και τους έπιασαν· και ο Ηλίας τούς κατέβασε στον χείμαρρο Κεισών, κι
εκεί τους έσφαξε.
41
Και ο Ηλίας είπε στον Αχαάβ: Ανέβα, φάε και πιες· επειδή, υπάρχει φωνή πλήθους
βροχής.
42
Και ο Αχαάβ ανέβηκε για να φάει και να πιει.
Και
ο Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή τού Καρμήλου, και έσκυψε στη γη, και έβαλε το
πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατά του,
43
και είπε στον υπηρέτη του: Ανέβα, τώρα, κοίταξε προς τη θάλασσα. Κι ανέβηκε,
και κοίταξε, και είπε: Δεν είναι τίποτε. Κι εκείνος είπε: Πήγαινε πάλι, μέχρι
επτά φορές.
44
Και την έβδομη φορά είπε: Δες, ένα μικρό σύννεφο, σαν παλάμη ανθρώπου,
ανεβαίνει από τη θάλασσα. Και είπε: Ανέβα, πες στον Αχαάβ: Ζεύξε την άμαξά σου,
και κατέβα, για να μη σε εμποδίσει η βροχή.
45
Και, εντωμεταξύ, ο ουρανός μαύρισε από τα σύννεφα και τον άνεμο, και έγινε
μεγάλη βροχή. Και ο Αχαάβ ανέβηκε στην άμαξά του, και πήγε στην Ιεζραέλ.
46
Και το χέρι τού Κυρίου στάθηκε επάνω στον Ηλία, και συνέσφιξε την οσφύ του, και
έτρεχε μπροστά από τον Αχαάβ μέχρι την είσοδο της Ιεζραέλ.
……………………………………….
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
08
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 19
Βασιλέων
Α' 19
1
ΚΑΙ ο Αχαάβ ανήγγειλε στην Ιεζάβελ όλα όσα έκανε ο Ηλίας, και με ποιον τρόπο
θανάτωσε με ρομφαία όλους τούς προφήτες.
2
Και η Ιεζάβελ έστειλε έναν μηνυτή στον Ηλία, λέγοντας: Έτσι να κάνουν οι θεοί
και έτσι να προσθέσουν, αν αύριο αυτή περίπου την ώρα δεν κάνω τη ζωή σου σαν
τη ζωή ενός από εκείνους.
3
Και επειδή φοβήθηκε, σηκώθηκε, και αναχώρησε χάρη τής ζωής του, και ήρθε στη
Βηρ-σαβεέ, που είναι στον Ιούδα, και άφησε εκεί τον υπηρέτη του.
4
Κι αυτός πήγε στην έρημο μιας ημέρας δρόμο, και ήρθε και κάθησε κάτω από μια
άρκευθο· και επιθύμησε μέσα του να πεθάνει, και είπε: Αρκεί· τώρα, Κύριε, πάρε
την ψυχή μου, επειδή δεν είμαι καλύτερος από τους πατέρες μου.
5
Και αφού πλάγιασε, αποκοιμήθηκε κάτω από μια άρκευθο, και ξάφνου, ένας άγγελος
τον άγγιξε, και του είπε: Σήκω, φάε.
6
Και κοίταξε προς τα πάνω, και να, κοντά στο κεφάλι του υπήρχε ψωμί, ψημένο
επάνω σε καυτές πέτρες, και δοχείο με νερό. Και έφαγε και ήπιε, και
ξαναπλάγιασε.
7
Και ο άγγελος του Κυρίου γύρισε για δεύτερη φορά, και τον άγγιξε, και είπε:
Σήκω, φάε· επειδή, είναι μεγάλος ο δρόμος για σένα.
8
Και αφού σηκώθηκε, έφαγε και ήπιε, και με τη δύναμη εκείνης της τροφής
οδοιπόρησε 40 ημέρες και 40 νύχτες, μέχρι το Χωρήβ, το βουνό τού Θεού.
9
Και μπήκε εκεί σε ένα σπήλαιο, και έκανε ένα κατάλυμα· και να, λόγος τού Κυρίου
ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Τι κάνεις εδώ, Ηλία;
10
Κι εκείνος είπε: Στάθηκα στο έπακρον ζηλωτής τού Κυρίου, του Θεού των δυνάμεων·
επειδή, οι γιοι Ισραήλ εγκατέλειψαν τη διαθήκη σου, κατέστρεψαν τα θυσιαστήριά
σου, και θανάτωσαν τους προφήτες σου με ρομφαία· κι εγώ εναπέμεινα μόνος· και
ζητούν τη ζωή μου, για να την αφαιρέσουν.
11
Και είπε: Βγες έξω, και στάσου επάνω στο βουνό, μπροστά στον Κύριο. Και να, ο
Κύριος διάβαινε, και δυνατός άνεμος έσχιζε τα βουνά, και έσπαζε τους βράχους
μπροστά από τον Κύριο· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στον άνεμο· και ύστερα από τον
άνεμο, σεισμός· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στον σεισμό·
12
και ύστερα από τον σεισμό, φωτιά· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στη φωτιά· και μετά τη
φωτιά, ήχος λεπτού αέρα.
13
Και καθώς ο Ηλίας τον άκουσε, σκέπασε το πρόσωπό του με τη μηλωτή του, και βγήκε
έξω, και στάθηκε στην είσοδο της σπηλιάς.
Και
να, ακούστηκε σ' αυτόν μια φωνή, που έλεγε: Τι κάνεις εδώ, Ηλία;
14
Και είπε: Στάθηκα στο έπακρον ζηλωτής τού Κυρίου των δυνάμεων· επειδή, οι γιοι
Ισραήλ εγκατέλειψαν τη διαθήκη σου, κατέστρεψαν τα θυσιαστήριά σου, και
θανάτωσαν τους προφήτες σου με ρομφαία· και εγώ εναπέμεινα μόνος· και ζητούν τη
ζωή μου, για να την αφαιρέσουν.
15
Και ο Κύριος του είπε: Πήγαινε, γύρνα πίσω στον δρόμο σου, στην έρημο της
Δαμασκού· και όταν έρθεις, χρίσε τον Αζαήλ βασιλιά επάνω στη Συρία·
16
και τον Ιηού, τον γιο τού Νιμσί, θα τον χρίσεις βασιλιά επάνω στον Ισραήλ· και
τον Ελισσαιέ, τον γιο τού Σαφάτ, από την Αβέλ-μεολά, θα τον χρίσεις προφήτη
αντί για σένα·
17
Και θα συμβεί, ώστε αυτός που θα διασωθεί από τη ρομφαία τού Αζαήλ, θα τον
θανατώσει ο Ιηού· κι αυτός που θα διασωθεί από τη ρομφαία τού Ιηού, θα τον
θανατώσει ο Ελισσαιέ·
18
άφησα, όμως, στον Ισραήλ 7.000, όλα τα γόνατα όσα δεν έκλιναν στον Βάαλ, και
κάθε στόμα που δεν τον φίλησε.
19
Και αφού αναχώρησε από εκεί, βρήκε τον Ελισσαιέ, τον γιο τού Σαφάτ, καθώς
όργωνε με 12 ζευγάρια βόδια μπροστά του, ενώ αυτός ήταν στο 12ο· και ο Ηλίας
πέρασε από κοντά του, και έρριξε επάνω του τη μηλωτή του.
20
Κι εκείνος άφησε τα βόδια, και έτρεξε πίσω από τον Ηλία, και είπε: Ας φιλήσω,
παρακαλώ, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, και τότε θα σε ακολουθήσω. Και του
είπε: Πήγαινε, γύρνα πίσω· επειδή, τι σου έκανα;
21
Και στράφηκε από πίσω του, και πήρε ένα ζευγάρι βόδια, τα έσφαξε, και έψησε το
κρέας τους με τα εργαλεία των βοδιών, και έδωσε στον λαό, και έφαγαν. Τότε,
αφού σηκώθηκε, πήγε πίσω από τον Ηλία, και τον υπηρετούσε.
……………………………………..
ο Τάσος μου φρεζάρει τον ελαιώνα μας
...................................................................
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
09
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 20
Βασιλέων
Α' 20
1
ΚΑΙ ο Βεν-αδάδ, ο βασιλιάς της Συρίας, συγκέντρωσε ολόκληρη τη δύναμή του· (και
ήσαν μαζί του 32 βασιλιάδες, και άλογα, και άμαξες)· και ανέβηκε, και
πολιόρκησε τη Σαμάρεια, και την πολεμούσε.
2
Και έστειλε μηνυτές στον Αχαάβ, τον βασιλιά τού Ισραήλ, στην πόλη, και του
είπε: Έτσι λέει ο Βεν-αδάδ·
3
το ασήμι σου και το χρυσάφι σου είναι δικό μου· και οι γυναίκες σου και τα
ωραία παιδιά σου είναι δικά μου.
4
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ απάντησε, και είπε: Σύμφωνα με τον λόγο σου, κύριέ
μου βασιλιά, δικός σου είμαι εγώ, και όλα όσα έχω.
5
Και οι μηνυτές γύρισαν πίσω, και είπαν: Έτσι απαντάει ο Βεν-αδάδ, λέγοντας:
Επειδή, έστειλα σε σένα, λέγοντας: Το ασήμι σου, το χρυσάφι σου, και τις
γυναίκες σου, και τα παιδιά σου, θα τα παραδώσεις σε μένα,
6
αύριο βέβαια γύρω σ' αυτή την ώρα, θα στείλω τους δούλους μου σε σένα, και θα
ερευνήσουν το παλάτι σου, και τα σπίτια των δούλων σου· και ό,τι είναι
επιθυμητό στα μάτια σου, θα το βάλουν στα χέρια τους, και θα το πάρουν.
7
Τότε, ο βασιλιάς τού Ισραήλ κάλεσε όλους τους πρεσβύτερους του τόπου, και είπε:
Στοχαστείτε, παρακαλώ, και δέστε ότι αυτός ζητάει κακία· επειδή, έστειλε σε
μένα για τις γυναίκες μου, και για τα παιδιά μου, και για το ασήμι μου, και για
το χρυσάφι μου, και δεν του αρνήθηκα τίποτε.
8
Και όλοι οι πρεσβύτεροι και ολόκληρος ο λαός είπαν σ' αυτόν: Μη υπακούσεις ούτε
να συγκατατεθείς.
9
Είπε, λοιπόν, στους μηνυτές τού Βεν-αδάδ: Πείτε στον κύριό μου τον βασιλιά: Όλα
όσα διαμήνυσες στον δούλο σου αρχικά, θα τα κάνω· αυτό, όμως, το πράγμα δεν
μπορώ να το κάνω. Και οι μηνυτές αναχώρησαν, και του έφεραν την απάντηση.
10
Και ο Βεν-αδάδ ξανάστειλε σ' αυτόν μηνυτές, λέγοντας: Έτσι να κάνουν σε μένα οι
θεοί, και έτσι να προσθέσουν, αν το χώμα της Σαμάρειας αρκέσει για μια χεριά σε
ολόκληρο τον λαό, αυτόν που με ακολουθεί.
11
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ απάντησε και είπε: Πείτε του: Όποιος περιζώνεται τα
όπλα, ας μη μεγαλαυχεί σαν εκείνον που τα βγάζει.
12
Και όταν ο Βεν-αδάδ άκουσε αυτό τον λόγο, έτυχε να πίνει, αυτός και οι
βασιλιάδες που ήσαν μαζί του στις σκηνές, και είπε στους δούλους του:
Παραταχθείτε. Και παρατάχθηκαν ενάντια στην πόλη.
13
Και να, ήρθε στον Αχαάβ, τον βασιλιά τού Ισραήλ, ένας προφήτης, λέγοντας: Έτσι
λέει ο Κύριος: Βλέπεις ολόκληρο αυτό το μεγάλο πλήθος; Δες, εγώ το παραδίνω στο
χέρι σου, σήμερα· και θα γνωρίσεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος.
14
Και ο Αχαάβ είπε: Με ποιον; Κι εκείνος απάντησε: Έτσι λέει ο Κύριος: Με τους
υπηρέτες των αρχόντων των επαρχιών. Τότε, είπε: Ποιος θα συγκροτήσει τη μάχη:
Κι απάντησε: Εσύ.
15
Τότε, αρίθμησε τους υπηρέτες των αρχόντων των επαρχιών· και ήσαν 232· και
ύστερα απ' αυτούς, αρίθμησε ολόκληρο τον λαό, όλους τους γιους Ισραήλ, 7.000.
16
Και βγήκαν το μεσημέρι. Και ο Βεν-αδάδ έπινε και μεθούσε στις σκηνές, αυτός,
και οι βασιλιάδες, οι 32 βασιλιάδες, οι σύμμαχοί του.
17
Και βγήκαν πρώτοι οι υπηρέτες των αρχόντων των επαρχιών· και ο Βεν-αδάδ έστειλε
να μάθει· και του ανήγγειλαν, λέγοντας: Βγήκαν άνδρες από τη Σαμάρεια.
18
Κι εκείνος είπε: Αν βγήκαν ειρηνικά, πιάστε τους ζωντανούς· και αν βγήκαν για
πόλεμο, και πάλι συλλάβετέ τους ζωντανούς.
19
Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη αυτοί οι υπηρέτες των αρχόντων των επαρχιών, και ο
στρατός που τους ακολουθούσε.
20
Και κάθε ένας χτύπησε τον άνθρωπό του· και οι Σύριοι έφυγαν· και ο Ισραήλ τους
καταδίωξε· και ο Βεν-αδάδ, ο βασιλιάς τής Συρίας, διασώθηκε έφιππος μαζί με
τους καβαλάρηδες.
21
Και βγήκε ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και χτύπησε τους καβαλάρηδες και τις άμαξες,
και έκανε στους Συρίους μεγάλη σφαγή.
22
Και ο προφήτης ήρθε στον βασιλιά τού Ισραήλ, και του είπε: Πήγαινε,
ενδυναμώσου, και σκέψου, και δες τι θα κάνεις· επειδή, στην επιστροφή τού
χρόνου ο βασιλιάς τής Συρίας θα ανέβει εναντίον σου.
23
Και οι δούλοι τού βασιλιά τής Συρίας είπαν σ' αυτόν: Ο θεός τους είναι θεός των
βουνών· γι' αυτό υπερίσχυσε εναντίον μας· αν τους πολεμήσουμε στην πεδιάδα,
σίγουρα θα υπερισχύσουμε εναντίον τους.
24
Κάνε, λοιπόν, τούτο το πράγμα: Βγάλε τους βασιλιάδες, κάθε έναν από τον τόπο
του· και αντί γι' αυτούς βάλε στρατηγούς·
25
κι εσύ συγκέντρωσε στον εαυτό σου στρατό, όσον στρατό έπεσε, απ' αυτούς που
ήσαν μαζί σου, και άλογο αντί για άλογο, και άμαξα αντί για άμαξα· και ας τους
πολεμήσουμε στην πεδιάδα, και βέβαια θα υπερισχύσουμε εναντίον τους. Και
εισάκουσε τη φωνή τους, και έκανε έτσι.
26
Και στην επιστροφή τού χρόνου, ο Βεν-αδάδ αρίθμησε τους Συρίους, και ανέβηκε
στην Αφέκ, για να πολεμήσει ενάντια στον Ισραήλ.
27
Και οι γιοι Ισραήλ αριθμήθηκαν, και αφού προπαρασκευάστηκαν, πήγαν σε συνάντησή
τους· και οι γιοι Ισραήλ στρατοπέδευσαν απέναντί τους, σαν δύο μικρά κοπάδια
κατσικιών· ενώ οι Σύριοι γέμισαν τη γη.
28
Και ήρθε ο άνθρωπος του Θεού, και μίλησε στον βασιλιά τού Ισραήλ, και είπε:
Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή, οι Σύριοι είπαν: Ο Κύριος είναι Θεός των βουνών,
και όχι Θεός των κοιλάδων, γι' αυτό θα παραδώσω στο χέρι σου ολόκληρο αυτό το
μεγάλο πλήθος, και θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος.
29
Και ήσαν μεταξύ τους στρατοπεδευμένοι αντικρυστά επτά ημέρες. Και την έβδομη
ημέρα συγκροτήθηκε η μάχη· και οι γιοι Ισραήλ χτύπησαν τους Συρίους 100.000
πεζούς σε μία ημέρα.
30
Κι εκείνοι που εναπέμειναν, έφυγαν στην Αφέκ, προς την πόλη· και το τείχος
έπεσε επάνω σε 27.000 από τους άνδρες που είχαν εναπομείνει.
Και
ο Βεν-αδάδ έφυγε, και μπήκε στην πόλη, και κρυβόταν από κοιτώνα σε κοιτώνα.
31
Και οι δούλοι του είπαν σ' αυτόν: Δες, τώρα, ακούσαμε ότι οι βασιλιάδες τής
οικογένειας του Ισραήλ είναι βασιλιάδες ελεήμονες· ας βάλουμε, λοιπόν, σάκους
επάνω στη μέση μας, και σχοινιά επάνω στα κεφάλια μας, και ας βγούμε στον
βασιλιά τού Ισραήλ· ίσως σου χαρίσει τη ζωή.
32
Περιζώστηκαν, λοιπόν, σάκους, και σχοινιά στα κεφάλια τους, και ήρθαν στον
βασιλιά τού Ισραήλ, και είπαν: Ο δούλος σου ο Βεν-αδάδ λέει: Ας ζήσει η ψυχή
μου, παρακαλώ. Και είπε: Ζει ακόμα; Αδελφός μου είναι.
33
Και οι άνδρες το πήραν αυτό για καλόν οιωνό, και βιάστηκαν να στερεώσουν αυτό
που βγήκε από το στόμα του· και είπαν: Ο αδελφός σου ο Βεν-αδάδ. Και είπε:
Πηγαίνετε, φέρτε τον. Και όταν ο Βεν-αδάδ ήρθε σ' αυτόν, εκείνος τον ανέβασε
στην άμαξά του.
34
Και ο Βεν-αδάδ είπε σ' αυτόν: Τις πόλεις, που είχε πάρει ο πατέρας μου από τον
πατέρα σου, θα τις επιστρέψω· και θα στήσεις στη Δαμασκό οχυρώματα, όπως έστησε
ο πατέρας μου στη Σαμάρεια. Κι εγώ, είπε ο Αχαάβ, θα σε εξαποστείλω με βάση
αυτή τη συνθήκη. Έτσι, έκανε μαζί του συνθήκη, και τον εξαπέστειλε.
35
Και ένας άνθρωπος από τους γιους των προφητών είπε στον κοντινό του με λόγον
τού Κυρίου: Χτύπησέ με, παρακαλώ. Αλλ' ο άνθρωπος δεν θέλησε να τον χτυπήσει.
36
Και του είπε: Επειδή, δεν υπάκουσες στη φωνή τού Κυρίου, δες, καθώς θα
αναχωρήσεις από μένα, θα σε θανατώσει ένα λιοντάρι. Και καθώς αναχώρησε απ'
αυτόν, τον βρήκε ένα λιοντάρι, και τον θανάτωσε.
37
Βρίσκοντας αργότερα έναν άλλον άνθρωπο, είπε: Χτύπησέ με, παρακαλώ. Και ο
άνθρωπος τον χτύπησε, και καθώς τον χτύπησε, τον πλήγωσε.
38
Τότε, ο προφήτης αναχώρησε, και στάθηκε επάνω στον δρόμο για τον βασιλιά,
μεταμορφωμένος με ένα κάλυμμα στα μάτια του.
39
Και καθώς διάβαινε ο βασιλιάς, αυτός αναβόησε προς τον βασιλιά, και είπε: Ο
δούλος σου βγήκε στο μέσον τής μάχης· και να, ένας άνθρωπος, αφού στράφηκε κατά
μέρος, έφερε κάποιον σε μένα, και είπε: Φύλαγε αυτόν τον άνθρωπο· αν ποτέ
φύγει, τότε η ζωή σου θα είναι αντί για τη ζωή του ή θα πληρώσεις ένα τάλαντο
ασήμι·
40
κι ενώ ο δούλος σου ασχολείτο εδώ κι εκεί, αυτός έφυγε. Και ο βασιλιάς τού
Ισραήλ είπε σ' αυτόν: Αυτή είναι η κρίση σου· εσύ ο ίδιος την αποφάσισες.
41
Τότε, έσπευσε, και έβγαλε από τα μάτια του το κάλυμμα· και τον γνώρισε ο
βασιλιάς τού Ισραήλ ότι ήταν από τους προφήτες.
42
Και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή, εσύ εξαπέστειλες από το χέρι σου έναν
άνθρωπο, που εγώ είχα αποφασίσει για όλεθρο, γι' αυτό η ζωή σου θα είναι αντί
της ζωής του, και ο λαός σου αντί του λαού του.
43
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ έφυγε στο παλάτι του σκυθρωπός και δυσαρεστημένος,
και ήρθε στη Σαμάρεια.
……………………………………..
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
10
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 21
Βασιλέων
Α' 21
1
ΚΑΙ μετά από τα πράγματα αυτά, ο Ναβουθαί, ο Ιεζραελίτης, είχε έναν αμπελώνα
στην Ιεζραέλ, κοντά στο παλάτι τού Αχαάβ, του βασιλιά τής Σαμάρειας.
2
Και ο Αχαάβ μίλησε στον Ναβουθαί, λέγοντας: Δώσε μου τον αμπελώνα σου, για να τον
έχω για κήπο λαχάνων, επειδή είναι κοντά στο σπίτι μου· και θα σου δώσω αντί
γι' αυτόν έναν καλύτερο αμπελώνα απ' ό,τι αυτός· ή, αν σου είναι αρεστό, θα σου
δώσω το αντίτιμό του σε ασήμι.
3
Και ο Ναβουθαί είπε στον Αχαάβ: Μη γένοιτο σε μένα από τον Θεό, να δώσω την
κληρονομιά των πατέρων μου σε σένα!
4
Και ο Αχαάβ γύρισε στο σπίτι του σκυθρωπός και δυσαρεστημένος, για τον λόγο τον
οποίο του μίλησε ο Ναβουθαί, ο Ιεζραελίτης, λέγοντας: Δεν θα σου δώσω την
κληρονομιά των πατέρων μου. Και πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι του, και έστρεψε το
πρόσωπό του, και δεν έφαγε ψωμί.
5
Και ήρθε σ' αυτόν η Ιεζάβελ, η γυναίκα του, και του είπε: Γιατί είναι το πνεύμα
σου περίλυπο, ώστε δεν τρως ψωμί;
6
Κι εκείνος τής είπε: Επειδή, μίλησα στον Ναβουθαί, τον Ιεζραελίτη, και του είπα:
Δώσε μου τον αμπελώνα σου με ασήμι· ή, αν αγαπάς, θα σου δώσω έναν άλλον
αμπελώνα αντί γι' αυτόν· κι εκείνος απάντησε: Δεν θα σου δώσω τον αμπελώνα μου.
7
Και η Ιεζάβελ, η γυναίκα του, του είπε: Εσύ βασιλεύεις τώρα επάνω στον Ισραήλ;
Σήκω, φάε ψωμί, και ας είναι η καρδιά σου εύθυμη· εγώ θα σου δώσω τον αμπελώνα
τού Ναβουθαί, του Ιεζραελίτη.
8
Τότε, έγραψε επιστολές στο όνομα του Αχαάβ, και τις σφράγισε με τη σφραγίδα
του, και έστειλε τις επιστολές στους πρεσβύτερους, και στους άρχοντες, εκείνους
που ήσαν στην πόλη του, αυτούς που κατοικούσαν μαζί με τον Ναβουθαί.
9
Και στις επιστολές έγραφε, λέγοντας: Κηρύξτε νηστεία, και βάλτε τον Ναβουθαί να
καθήσει επικεφαλής τού λαού·
10
και βάλτε να κάθονται επέναντί του δύο κακοί άνδρες, κι ας δώσουν μαρτυρία εναντίον
του, λέγοντας: Εσύ βλασφήμησες τον Θεό και τον βασιλιά· και βγάλτε τον έξω, και
πετροβολήστε τον, κι ας πεθάνει.
11
Και οι άνδρες τής πόλης του, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες, που κατοικούσαν
στην πόλη του, έκαναν όπως τους είχε διαμηνύσει η Ιεζάβελ, σύμφωνα με το
γραμμένο στις επιστολές, που τους είχε στείλει.
12
Κήρυξαν νηστεία, και έβαλαν τον Ναβουθαί να καθήσει επικεφαλής τού λαού·
13
και μπήκαν δύο άνδρες κακοί, και κάθησαν απέναντί του· και οι κακοί άνδρες
έδωσαν μαρτυρία εναντίον του, εναντίον του Ναβουθαί, μπροστά στον λαό,
λέγοντας: Ο Ναβουθαί βλασφήμησε τον Θεό και τον βασιλιά. Τότε, τον έβγαλαν έξω
από την πόλη, και τον λιθοβόλησαν με πέτρες, και πέθανε.
14
Και έστειλαν στην Ιεζάβελ, λέγοντας: Ο Ναβουθαί λιθοβολήθηκε, και πέθανε.
15
Και καθώς η Ιεζάβελ άκουσε ότι ο Ναβουθαί λιθοβολήθηκε και πέθανε, η Ιεζάβελ
είπε στον Αχαάβ: Σήκω, κληρονόμησε τον αμπελώνα τού Ναβουθαί, του Ιεζραελίτη,
που δεν ήθελε να σου τον δώσει με ασήμι· επειδή, ο Ναβουθαί δεν ζει, αλλά
πέθανε.
16
Και καθώς ο Αχαάβ άκουσε ότι ο Ναβουθαί πέθανε, ο Αχαάβ σηκώθηκε να κατέβει
στον αμπελώνα τού Ναβουθαί τού Ιεζραελίτη, για να τον κληρονομήσει.
17
Και ο λόγος τού Κυρίου ήρθε στον Ηλία τον Θεσβίτη, λέγοντας:
18
Σήκω, κατέβα σε συνάντηση του Αχαάβ, του βασιλιά τού Ισραήλ, που κατοικεί στη
Σαμάρεια· δες, είναι στον αμπελώνα τού Ναβουθαί, όπου κατέβηκε για να τον
κληρονομήσει·
19
και θα μιλήσεις σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Φόνευσες, κι ακόμα
κληρονόμησες; Θα μιλήσεις ακόμα σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Στον
τόπο, όπου τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα τού Ναβουθαί, θα γλείψουν τα σκυλιά το
αίμα σου, ναι, το δικό σου.
20
Και ο Αχαάβ είπε στον Ηλία: Με βρήκες, εχθρέ μου; Κι απάντησε: Σε βρήκα·
επειδή, πούλησες τον εαυτό σου στο να κάνεις το πονηρό μπροστά στον Κύριο.
21
Δες, λέει ο Κύριος: Εγώ θα φέρω κακό επάνω σου, και θα σαρώσω πίσω σου, και θα
εξολοθρεύσω από τον Αχαάβ εκείνον που ουρεί προς τον τοίχο, και τον δούλο και
τον ελεύθερο ανάμεσα στον Ισραήλ·
22
και θα κάνω την οικογένειά σου όπως την οικογένεια του Ιεροβοάμ, του γιου τού
Ναβάτ, και καθώς την οικογένεια του Βαασά, του γιου τού Αχιά, εξαιτίας τού
παροργισμού με τον οποίο με παρόργισες, και έκανες τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
23
Και για την Ιεζάβελ, ακόμα, μίλησε ο Κύριος, λέγοντας: Τα σκυλιά θα καταφάνε
την Ιεζάβελ κοντά στο περιτείχισμα της Ιεζραέλ·
24
όποιος από τον Αχαάβ πεθάνει στην πόλη, τα σκυλιά θα τον καταφάνε· και όποιος
πεθάνει στο χωράφι, τα πουλιά τού ουρανού θα τον καταφάνε.
25
(Πραγματικά, κανένας δεν στάθηκε όμοιος με τον Αχαάβ, που πούλησε τον εαυτό του
στο να πράττει πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως τον κινούσε η γυναίκα του η
Ιεζάβελ.
26
Και έπραξε με βδελυρό τρόπο σε υπερβολικό βαθμό, ακολουθώντας τα είδωλα,
σύμφωνα με όλα όσα έπρατταν οι Αμορραίοι, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά
από τους γιους Ισραήλ).
27
Και καθώς ο Αχαάβ άκουσε τα λόγια αυτά, έσχισε τα ιμάτιά του, και έβαλε σάκο
επάνω στη σάρκα του, και νήστευσε, και ήταν πλαγιασμένος, περιτυλιγμένος με
σάκο, και περπατούσε σκυμμένος.
28
Και ήρθε ο λόγος τού Κυρίου στον Ηλία τον Θεσβίτη, λέγοντας:
29
Είδες πώς ταπεινώθηκε μπροστά μου ο Αχαάβ; Επειδή ταπεινώθηκε μπροστά μου, δεν
θα φέρω κακό στις ημέρες του· στις ημέρες τού γιου του θα φέρω το κακό επάνω
στην οικογένειά του.
……………………………………..
ο Τάσος μου ξεκουραζεται
................................
121-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
11
ΘΕΜΑ: Βασιλέων Α' 22
Βασιλέων
Α' 22
1
ΚΑΙ πέρασαν τρία χρόνια χωρίς πόλεμο ανάμεσα στη Συρία και τον Ισραήλ.
2
Και κατά τον τρίτο χρόνο, ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κατέβηκε προς τον
βασιλιά τού Ισραήλ.
3
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στους δούλους του: Ξέρετε ότι η Ραμώθ-γαλαάδ
είναι δική μας, κι εμείς σιωπούμε στο να την πάρουμε από το χέρι τού βασιλιά
τής Συρίας;
4
Και είπε στον Ιωσαφάτ: Έρχεσαι μαζί μου για να πολεμήσουμε τη Ραμώθ-γαλαάδ; Και
ο Ιωσαφάτ είπε στον βασιλιά τού Ισραήλ: Εγώ είμαι όπως κι εσύ, ο λαός μου όπως
ο λαός σου, τα άλογά μου όπως τα άλογά σου.
5
Και ο Ιωσαφάτ είπε στον βασιλιά τού Ισραήλ: Ρώτησε, παρακαλώ, τον λόγο τού
Κυρίου σήμερα.
6
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ συγκέντρωσε τους προφήτες, περίπου 400 άνδρες, και
τους είπε: Να πάω εναντίον της Ραμώθ-γαλαάδ να πολεμήσω ή να απέχω; Κι εκείνοι
είπαν: Ανέβα, και ο Κύριος θα την παραδώσει στο χέρι τού βασιλιά.
7
Και ο Ιωσαφάτ είπε: Δεν υπάρχει εδώ ακόμα ένας προφήτης τού Κυρίου, για να τον
ρωτήσουμε;
8
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ: Υπάρχει ακόμα κάποιος άνθρωπος, ο
Μιχαϊας, ο γιος τού Ιεμλά, διαμέσου του οποίου μπορούμε να ρωτήσουμε τον Κύριο·
όμως, τον μισώ· επειδή, δεν προφητεύει καλό για μένα, αλλά κακό. Και ο Ιωσαφάτ
είπε: Ας μη μιλάει έτσι ο βασιλιάς.
9
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ κάλεσε έναν ευνούχο, και είπε: Βιάσου να φέρεις τον
Μιχαϊα, τον γιο τού Ιεμλά.
10
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, κάθονταν, κάθε
ένας στον θρόνο του, ντυμένοι με στολές, σε έναν ανοιχτό τόπο, προς την είσοδο
της πύλης τής Σαμάρειας· και όλοι οι προφήτες προφήτευαν μπροστά τους.
11
Και ο Σεδεκίας, ο γιος τού Χαναανά, είχε κάνει για τον εαυτό του σιδερένια
κέρατα· και είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Με τούτα θα κερατίσεις τους Συρίους,
μέχρις ότου τους συντελέσεις.
12
Και όλοι οι προφήτες προφήτευαν με τον ίδιο τρόπο, λέγοντας: Ανέβα στη
Ραμώθ-γαλαάδ, και να ευοδώνεσαι· επειδή, ο Κύριος θα την παραδώσει στο χέρι τού
βασιλιά.
13
Και ο μηνυτής, που πήγε να καλέσει τον Μιχαϊα, του είπε, λέγοντας: Δες, τώρα,
τα λόγια των προφητών με ένα στόμα φανερώνουν καλό για τον βασιλιά· ο λόγος
σου, λοιπόν, ας είναι όπως ο λόγος ενός από εκείνους, και μίλησε το καλό.
14
Και ο Μιχαϊας είπε: Ζει ο Κύριος, ό,τι μου πει ο Κύριος, αυτό θα μιλήσω.
15
Ήρθε, λοιπόν, στον βασιλιά. Και ο βασιλιάς είπε σ' αυτόν: Μιχαϊα, να πάμε στη
Ραμώθ-γαλαάδ για να πολεμήσουμε ή να απέχουμε; Κι εκείνος του απάντησε: Να
ανέβεις, και να ευοδώνεσαι· επειδή, ο Κύριος θα την παραδώσει στο χέρι τού
βασιλιά.
16
Και ο βασιλιάς είπε σ' αυτόν: Μέχρι πόσες φορές θα σε ορκίζω, να μη μου λες
παρά την αλήθεια στο όνομα του Κυρίου;
17
Κι εκείνος είπε: Είδα ολόκληρο τον Ισραήλ διασκορπισμένον επάνω στα βουνά, σαν
πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα. Και ο Κύριος είπε: Αυτοί δεν έχουν κύριο, ας
γυρίσουν κάθε ένας στο σπίτι του με ειρήνη.
18
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ. Δεν σου είπα ότι δεν θα
προφητεύσει καλό για μένα, αλλά κακό;
19
Και ο Μιχαϊας είπε: Άκουσε τον λόγο τού Κυρίου. Είδα τον Κύριο να κάθεται επάνω
στον θρόνο του, και ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού να παραστέκεται γύρω απ'
αυτόν, από τα δεξιά του, και από τα αριστερά του.
20
Και ο Κύριος είπε: Ποιος θα απατήσει τον Αχαάβ, ώστε να ανέβει και να πέσει στη
Ραμώθ-γαλαάδ; Και ο μεν ένας είπε έτσι, ο δε άλλος είπε έτσι.
21
Και βγήκε το πνεύμα, και στάθηκε μπροστά στον Κύριο, και είπε: Εγώ θα τον
απατήσω.
22
Και ο Κύριος είπε σ' αυτό: Με ποιον τρόπο; Και είπε: Θα βγω, και θα είμαι
πνεύμα ψέματος στο στόμα όλων των προφητών του. Και ο Κύριος είπε: Θα
απατήσεις, κι ακόμα θα κατορθώσεις· βγες, και κάνε έτσι.
23
Τώρα, λοιπόν, δες, ο Κύριος έβαλε πνεύμα ψέματος στο στόμα όλων αυτών των
προφητών σου, και ο Κύριος μίλησε κακό για σένα.
24
Τότε, ο Σεδεκίας, ο γιος τού Χαναανά, αφού πλησίασε, ράπισε τον Μιχαϊα επάνω
στο σαγόνι, και είπε: Από ποιον δρόμο πέρασε το Πνεύμα τού Κυρίου από μένα, για
να μιλήσει σε σένα;
25
Και ο Μιχαϊας είπε: Πρόσεξε, θα δεις, κατά την ημέρα που θα μπαίνεις από ταμείο
σε ταμείο για να κρυφτείς.
26
Και ο βασιλιάς του Ισραήλ είπε: Πιάστε τον Μιχαϊα, και ξαναφέρτε τον στον Αμών,
τον άρχοντα της πόλης, και στον Ιωάς, τον γιο τού βασιλιά·
27
και πείτε: Έτσι λέει ο βασιλιάς: Τούτον βάλτε τον στη φυλακή, και τρέφετέ τον
με ψωμί θλίψης, και με νερό θλίψης, μέχρις ότου γυρίσω με ειρήνη.
28
Και ο Μιχαϊας είπε: Αν πραγματικά γυρίσεις με ειρήνη, τότε ο Θεός δεν μίλησε
μέσα από μένα. Και είπε: Ακούστε εσείς, όλοι οι λαοί.
29
Και ανέβηκε ο βασιλιάς τού Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλιάς τού Ιούδα, στη
Ραμώθ-γαλαάδ.
30
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ είπε στον Ιωσαφάτ: Εγώ θα μετασχηματιστώ, και θα μπω
μέσα στη μάχη· εσύ ντύσου τη στολή σου. Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ
μετασχηματίστηκε, και μπήκε μέσα στη μάχη.
31
Κι ο βασιλιάς τής Συρίας είχε προστάξει τους 32 αμαξάρχες του, λέγοντας: Μη
πολεμάτε ούτε μικρόν ούτε μεγάλον, αλλά μονάχα τον βασιλιά τού Ισραήλ.
32
Και καθώς οι αμαξάρχες είδαν τον Ιωσαφάτ, είπαν τότε αυτοί: Σίγουρα, αυτός
είναι ο βασιλιάς τού Ισραήλ. Και περιστράφηκαν για να τον πολεμήσουν· αλλ' ο
Ιωσαφάτ αναβόησε.
33
Και οι αμαξάρχες, βλέποντας ότι δεν ήταν ο βασιλιάς τού Ισραήλ, γύρισαν από την
καταδίωξή του.
34
Κάποιος άνθρωπος, όμως, καθώς τόξευσε άσκοπα, χτύπησε τον βασιλιά τού Ισραήλ
ανάμεσα στις αρθρώσεις του θώρακος· κι εκείνος είπε στον ηνίοχό του: Στρέψε το
χέρι σου, και βγάλε με από το στρατόπεδο· επειδή, πληγώθηκα.
35
Και η μάχη μεγάλωσε εκείνη την ημέρα· και ο βασιλιάς στεκόταν επάνω στην άμαξα
απέναντι από τους Συρίους, και προς την εσπέρα πέθανε· και το αίμα του έρρεε
από την πληγή στο κοίλωμα της άμαξας.
36
Και γύρω στη δύση τού ήλιου έγινε διακήρυξη στο στρατόπεδο, που έλεγε: Κάθε
ένας ας πάει στην πόλη του, και κάθε ένας ας πάει στον τόπο του.
37
Και ο βασιλιάς πέθανε, και μεταφέρθηκε στη Σαμάρεια· και έθαψαν τον βασιλιά στη
Σαμάρεια.
38
Και έπλυναν την άμαξα στο υδροστάσιο στη Σαμάρεια· έπλυναν ακόμα και τα όπλα
του· και οι σκύλοι έγλειψαν το αίμα του, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που
είχε μιλήσει.
39
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αχαάβ, και όλα όσα έκανε, και το ελεφάντινο
παλάτι, που έκτισε και όλες οι πόλεις που έκτισε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο
των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;
40
Και ο Αχαάβ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και αντ' αυτού βασίλευσε ο
Οχοζίας, ο γιος του.
41
ΚΑΙ ο Ιωσαφάτ, ο γιος τού Ασά, βασίλευσε επάνω στον Ιούδα, τον τέταρτο χρόνο
τού Αχαάβ, βασιλιά τού Ισραήλ.
42
Ο Ιωσαφάτ ήταν ηλικίας 35 χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 25 χρόνια στην
Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Αζουβά, θυγατέρα τού Σιλεϊ.
43
Και περπάτησε σε όλους τους δρόμους τού Ασά τού πατέρα του· δεν ξέκλινε απ'
αυτούς, κάνοντας το ευθύ μπροστά στον Κύριο.
44
Οι ψηλοί τόποι, όμως, δεν αφαιρέθηκαν· ο λαός θυσίαζε ακόμα, και θυμίαζε, στους
ψηλούς τόπους.
45
Και ο Ιωσαφάτ είχε ειρήνη με τον βασιλιά τού Ισραήλ.
46
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσαφάτ, και τα κατορθώματά του όσα έκανε, και οι
πόλεμοί του, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού
Ιούδα;
47
Και το υπόλοιπο των σοδομιτών, αυτό που εναπέμεινε στις ημέρες τού Ασά τού
πατέρα του, αυτός το εξάλειψε από τη γη.
48
Τότε, δεν υπήρχε βασιλιάς στον Εδώμ· ο διοικητής ήταν βασιλιάς.
49
Ο Ιωσαφάτ έκανε πλοία στη Θαρσείς, για να πλεύσουν στο Οφείρ για χρυσάφι· όμως,
δεν πήγαν, επειδή τα πλοία συντρίφτηκαν στην Εσιών-γάβερ.
50
Τότε, ο Οχοζίας, ο γιος τού Αχαάβ είπε στον Ιωσαφάτ: Ας πάνε οι δούλοι μου με
τους δούλους σου στα πλοία· ο Ιωσαφάτ, όμως, δεν θέλησε.
51
Και ο Ιωσαφάτ κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε μαζί με τους
πατέρες του στην πόλη τού Δαβίδ τού πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο
Ιωράμ, ο γιος του.
52
Ο ΟΧΟΖΙΑΣ, ο γιος τού Αχαάβ, βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ στη Σαμάρεια τον 17ο
χρόνο τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα· και βασίλευσε δύο χρόνια επάνω στον
Ισραήλ.
53
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στον δρόμο τού πατέρα του,
και στον δρόμο τής μητέρας του, και στον δρόμο τού Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ,
που έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει· 54 επειδή, λάτρευσε τον Βάαλ, και τον
προσκύνησε, και παρόργισε τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, σε όλα όσα έπραξε ο
πατέρας του.
………………………………………….ΑΜΗΝ