01
ΟΛΕΣ
οι μεγάλες και μικρές χώρες και πόλεις, ΟΛΕΣ οι θρησκείες και ΟΛΟΙ οι
πολιτισμοί, πήραν μέρος σ' αυτή την παγκόσμια γιορτή όπου μόνος αγνοούμενος
ήταν ο ΧΡΙΣΤΟΣ!...
Δεν
μπορούσαμε να φανταστούμε το "πανηγύρι" που ετοίμαζαν οι
"αρμόδιοι" για να υποδεχτούν την "δήθεν" χιλιετία και
μείναμε έκθαμβοι από το ύψος της υποκρισίας που διέπει τους παγκόσμιους
ηγήτορες καθώς, στα πλαίσια μάλλον σκοτεινών σκοπιμοτήτων, δεν δίστασαν να
σπαταλήσουν δισεκατομμύρια δολάρια σε μια φιέστα χωρίς σκοπό και χωρίς κέρδος.
Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να πει κανείς πως όλα τούτα έγιναν σε μια
προσπάθεια αποπροσανατολισμού του κόσμου από την αγωνία σχετικά με τις
συνέπειες που θα μπορούσε να έχει ενδεχόμενη κακή λειτουργία κάποιων
ηλεκτρονικών υπολογιστών από τον λεγόμενο "ιό του 2000", ιδιαίτερα
εκείνων που ελέγχουν τα πυρηνικά όπλα.
Από
όσα όμως έδειχνε η τηλεόραση και δημοσίευσαν διάφορα έντυπα, ήταν φανερό πως
στον προγραμματισμό αυτό υπήρξε μια άνευ προηγουμένου και χωρίς καμιά εξήγηση
εστίαση της προσοχής στις θεότητες του ήλιου, του φωτός και της φωτιάς, και μια
συγκέντρωση σε διάφορα αρχαία και νέα θρησκευτικά κέντρα (π.χ. Ναοί και
αγάλματα του Βούδα, Πυραμίδες, Παρθενώνας κ.λπ.), σε ένα περίεργο
"ανακάτεμα" των θρησκειών της γης.
Φαίνεται
ότι στα πλαίσια της διαβόητης "παγκοσμιοποίησης", οι μεγάλοι της γης
προχωρούν σε κινήσεις αποπλάνησης του κόσμου που παρόμοιά της δεν υπήρξε στα
ιστορικά προηγούμενα.
Υπάρχουν
εξάλλου πολλά ερωτήματα που χρειάζονται διευκρίνιση -δεν πιστεύουμε ότι θα
δοθεί- όπως π.χ.:
Πώς
μπορεί να εξηγηθεί ότι οι οπαδοί διαφόρων και τόσο αντίθετων μεταξύ τους
θρησκειών, γιόρτασαν τα 2000 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ; Όπως είναι
γνωστό πολλοί από τους αλλόθρησκους όχι μόνο δεν έχουν κανένα σεβασμό για τον
Χριστό και τους οπαδούς Του, αλλά και καθημερινά εξασκείται φοβερός διωγμός και
βία σε διάφορες χώρες σε βάρος του. Τι λοιπόν σήμαινε για όλους αυτούς η γιορτή
του 2000;
Πώς
μπορεί να εξηγηθεί ότι γιορτάστηκε η δήθεν έλευση της τρίτης χιλιετίας, όταν ΜΕ
ΚΑΝΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ αυτή δεν συμπίπτει με την 1 Ιανουαρίου του 2000; Όπως και
άλλοτε γράψαμε, η ημερομηνία αυτή είναι εντελώς λανθασμένη επιστημονικά, επειδή
είναι ιστορικά παραδεκτό ότι ο Χριστός γεννήθηκε ασφαλώς πριν από το έτος 1 του
σημερινού ημερολογίου. Αλλά και αν δεχτούμε υποθετικά ότι αυτό ήταν σωστό, και
πάλι η 31 Δεκεμβρίου του 1999 δεν φέρνει στη νέα χιλιετία αλλά στην αρχή του
τελευταίου χρόνου ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ.
Παρ’
όλα αυτά, και ενώ δεν έλειψαν εκείνοι που προσπάθησαν να δείξουν τη διαφορά από
την πραγματικότητα, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΔΩΣΕ ΚΑΜΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ, αλλά
παραδόθηκε στα πανηγύρια που του πρόσφεραν οι λαοπλάνοι, σαν ζώο άβουλο που
φέρεται στη σφαγή...
Ποιος μπορεί να πει με
βεβαιότητα τι προοιοωνίζουν όλα αυτά; Μήπως πρόκειται για μια γενική πρόβα σε
πράγματα που προλέγουν οι προφητείες των Γραφών; Είδωμεν
TYXIKOS-ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2000 --
02--
"... ορθοτομούντα
τον λόγον της αληθείας..."
"Ευαγγελισμός ή
Αφανισμός;"
Ομιλία
με τον παραπάνω τίτλο δόθηκε στα τέλη Οκτωβρίου σε συνέλευση εκπροσώπων κάποιας
ομάδας εκκλησιών της Ελλάδας, η οποία όμως ούτε μαγνητοφωνήθηκε ούτε και
δημοσιεύθηκε. [Τους λόγους αυτής της επιλογής δεν τους γνωρίζουμε -ίσως και δεν
θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν- η πράξη όμως είναι ενδεικτική της βαριάς
πνευματικής αρρώστιας που μαστίζει το συγκεκριμένο χώρο]. Εν πάση περιπτώσει,
εκείνο που ενδιαφέρει πρώτιστα εδώ είναι ότι, έτσι όπως τέθηκε ο τίτλος της εν
λόγω ομιλίας, οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα, και αυτό αποδεικνύει η μελέτη που
ακολουθεί.
Είναι
αναμφισβήτητο ότι ο ευαγγελισμός αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό της
Εκκλησίας του Χριστού. Ο άγγελος που ανακοίνωσε στους ποιμένες της Βηθλεέμ τη
γέννηση του Χριστού, είπε: "Μη φοβείσθε^ διότι ιδού, ευαγγελίζομαι εις
εσάς χαράν μεγάλην, ήτις θέλει είσθαι εις πάντα τον λαόν" (Λουκ. 2/β/10).
Ο
Κύριος Ιησούς διακήρυξε στη Συναγωγή της Ναζαρέτ ότι: ``Πνεύμα Κυρίου είναι επ’
εμέ^ διά τούτο με έχρισε^ με απέστειλε διά να ευαγγελίζωμαι προς τους πτωχούς,
διά να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, να κηρύξω προς τους αιχμαλώτους
ελευθερίαν, και προς τους τυφλούς ανάβλεψιν, να αποστείλω τους συντεθλασμένους
εν ελευθερία, διά να κηρύξω ευπρόσδεκτον Κυρίου ενιαυτόν’’ (Λουκ. 4/δ/18-19).
Το
ίδιο εξήγησε στους όχλους, που ήθελαν να Τον έχουν μόνιμα κοντά τους, ότι
"και εις τας άλλας πόλεις πρέπει να ευαγγελίσω την βασιλείαν του Θεού^
επειδή εις τούτο είμαι απεσταλμένος. Και εκήρυττεν εν ταις συναγωγαίς της
Γαλιλαίας" (Λουκ. 4/δ/43-44).
Όταν
αργότερα ο Βαπτιστής Ιωάννης έστειλε ανθρώπους του ζητώντας πειστήρια για την
ταυτότητα του Μεσσία, "αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Υπάγετε και
απαγγείλατε προς τον Ιωάννην όσα είδετε και ηκούσατε, ότι τυφλοί αναβλέπουσι,
χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται,
πτωχοί ευαγγελίζονται" (Λουκ. 7/ζ/22). Και πράγματι ο ευαγγελισμός ήταν το
κυριότερο χαρακτηριστικό της διακονίας Του, επειδή "διήρχετο αυτός πάσαν
πόλιν και κώμην, κηρύττων και ευαγγελιζόμενος την βασιλείαν του Θεού^ και οι
δώδεκα ήσαν μετ’ αυτού" (Λουκ. 8/η/1).
Το
ίδιο έργο συνέχισε και μετά τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη, είπε δε στους ακροατές
Του: "Ο νόμος και οι προφήται έως Ιωάννου υπήρχον^ από τότε η βασιλεία του
Θεού ευαγγελίζεται, και πας τις βιάζεται να εισέλθη εις αυτήν" (Λουκ.
16/ις/16).
Το
παράδειγμα του Κυρίου τους ακολούθησαν πιστά οι Απόστολοι, οι οποίοι
"πάσαν ημέραν εν τω ιερώ και κατ’ οίκον δεν έπαυον διδάσκοντες και
ευαγγελιζόμενοι τον Ιησούν Χριστόν" (Πράξ. 5/ε/42).
Την
ίδια πρακτική συνέχισαν και οι υπόλοιποι πιστοί, ιδιαίτερα δε μετά το διωγμό
του Στέφανου, αφού "διασπαρέντες διήλθον, ευαγγελιζόμενοι τον λόγον"
(Πράξ. 8/η/4) όχι μόνο προς τους κατοίκους της Παλαιστίνης αλλά και στους
διάσπαρτους Ιουδαίους. Όπως διηγείται σχετικά ο Λουκάς, "εισελθόντες εις
Αντιόχειαν, ελάλουν προς τους Ελληνιστάς, ευαγγελιζόμενοι τον Κύριον Ιησούν.
Και ήτο χειρ Κυρίου μετ’ αυτών^ και πολύ πλήθος πιστεύσαντες επέστρεψαν εις τον
Κύριον" (Πράξ. 11/ια/20-21).
Μιλώντας
στη Συναγωγή της Αντιόχειας της Πισιδίας ο Παύλος εξήγησε στους Ιουδαίους της
περιοχής ότι, "ημείς ευαγγελιζόμεθα προς εσάς την γενομένην εις τους
Πατέρας επαγγελίαν, ότι ταύτην ο Θεός εξεπλήρωσεν εις ημάς τα τέκνα αυτών,
αναστήσας τον Ιησούν" (Πράξ. 13/ιγ/32).
Ο
ίδιος Απόστολος είχε ως τη μεγαλύτερη καύχησή του ότι, "Εις εμέ τον πλέον
ελάχιστον πάντων των αγίων εδόθη η χάρις αύτη, να ευαγγελίσω μεταξύ των εθνών
τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού" (Εφεσ. 3/γ/8).
Επίσης
εξήγησε στους πιστούς της Εφέσου ότι για την οικοδομή της εκκλησίας Του ο
Χριστός "έδωκεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε
ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους" (Εφεσ. 4/δ/11), όπου
βλέπουμε το λειτούργημα του ευαγγελιστή να καταγράφεται αμέσως μετά τους
απόστολους και προφήτες.
Τη
σημασία αυτού του λειτουργήματος ο Παύλος την τονίζει ιδιαίτερα στον Τιμόθεο,
τον οποίο προτρέπει: "Συ δε αγρύπνει εις πάντα, κακοπάθησον, εργάσθητι
έργον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου κάμε πλήρη" (Β' Τιμ. 4/δ/5).
Το
περιεχόμενο αυτού του ευαγγελισμού στην Καινή Διαθήκη περιγράφεται με διάφορες
φράσεις, που έχουν υπογραμμιστεί στα χωρία που παραθέσαμε, όπως "η
Βασιλεία του Θεού", "ο Ιησούς Χριστός", "ο λόγος",
"ο Κύριος Ιησούς", "η γενομένη εις τους Πατέρας επαγγελία",
"ο ανεξιχνίαστος πλούτος του Χριστού". Όλα αυτά δεν ήταν διαφορετικά
μεταξύ τους αλλά πτυχές του ενός και μοναδικού ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ, που αναφέρεται στην
αγάπη του Πατέρα Θεού όπως εκδηλώθηκε στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού.
Αυτός ήταν και εξακολουθεί να είναι "ο λόγος ο ευαγγελισθείς εις
εσάς" (Α' Πέτρ. 1/α/25).
Ο
Κύριος πρώτα κάνει άγιους τους δικούς Του
και
ύστερα τους στέλνει για ευαγγελισμό
***
Μέσα
στους αιώνες η μια και αληθινή Εκκλησία ενδιαφερόταν πάντα να
"ευαγγελίσει" τον κόσμο με τα μέσα που είχε στη διάθεσή της,
ακολουθώντας το αποστολικό πρότυπο και την εντολή του Χριστού,
"Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη" (Ματθ. 28/κη/19), είναι δε
καταπληκτικό ότι όχι μόνο το Ευαγγέλιο έφτασε σε όλο το γνωστό τότε κόσμο -μέσα
σε ελάχιστο χρονικό διάστημα- αλλά και ότι αυτό έγινε με τρόπο τόσο δυναμικό,
ώστε οι Απόστολοι να χαρακτηρίζονται ως "οι αναστατώσαντες την
οικουμένην" (Πράξ. 17/ιζ/6), και τόσο αποτελεσματικό ώστε ο Παύλος καλούσε
τους Κολοσσαείς να μείνουν πιστοί στην ελπίδα του Ευαγγελίου, "του
κηρυχθέντος εις πάσαν την κτίσιν την υπό τον ουρανόν" (Κολ. 1/α/23).
Όποια
κι αν ήταν η εξέλιξη της εκκλησίας στους επόμενους αιώνες, και παρά τα σχίσματα
και την απόκλισή της από την αποστολική απλότητα, γεγονός είναι ότι δράση για
διάδοση του κηρύγματος υπήρξε πάντοτε, αν και πλέον το κίνητρο δεν ήταν ούτε η
υπακοή στον Θεό ούτε η αγάπη για τους ανθρώπους αλλά μάλλον η διάθεση επιβολής
από καθένα του δικού του "ευαγγελίου", που τις περισσότερες φορές
συνδεόταν με προσωπικές, πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες. Θα μπορούσαμε ωστόσο
να επαναλάβουμε εδώ το λόγο του Παύλου: "Τι λοιπόν; πλην κατά πάντα
τρόπον, είτε επί προφάσει είτε τη αληθεία, ο Χριστός κηρύττεται^ και εις τούτο
χαίρω αλλά και θέλω χαίρει" (Φιλιπ. 1/α/18).
Ανάλογες
προσπάθειες στο έργο του ευαγγελισμού εκδηλώνουν και οι σημερινές εκκλησίες,
χρησιμοποιώντας κάθε προσφερόμενο τρόπο και μέσο, είτε μιμούμενες τα βιβλικά
πρότυπα είτε εκμεταλλευόμενες συστήματα και μεθόδους που προσφέρει η σύγχρονη
τεχνολογία (έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, μουσική, θέατρο κ.λπ.).
Δύο
περίοδοι ξεχώρισαν στην εκκλησιαστική ιστορία που το ευαγγελιστικό έργο
δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα. Η πρώτη ήταν στους δύο-τρεις πρώτους αιώνες, όταν
-παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τα ελάχιστα μέσα που πρόσφερε ο τότε
πολιτισμός- το ευαγγέλιο έφτασε από την Βρετανία ως την Κίνα. Η δεύτερη
περίοδος ήταν στους αιώνες μετά τις μεγάλες ανακαλύψεις, όταν ο ευαγγελισμός ξεπέρασε
κάθε προηγούμενο φέρνοντας το Ευαγγέλιο σε όλη την Αφρική, την Ασία, την Βόρεια
και Νότια Αμερική, την Αυστραλία κ.λπ., με μοναδικό ιεραποστολικό ζήλο όμοιος
του οποίου κανείς δε γνωρίζει αν θα υπάρξει ξανά.
Ξεχωριστή
περίπτωση εντούτοις αποτέλεσε ο 20ος αιώνας, καθώς η εποχή μας διαθέτει όχι
μόνο τα ισχυρότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά και ιεραποστολικές οργανώσεις
με τεράστια κονδύλια και πολυάριθμο ανθρώπινο δυναμικό στη διάθεσή τους.
Όμως,
παρ’ όλες τις προσπάθειες που γίνονται σήμερα και τα τεράστια ποσά που
δαπανώνται για τον ευαγγελισμό του κόσμου, τα πράγματα δεν είναι διόλου ανθηρά,
σύμφωνα δε με το γράφημά μας και ύστερα από 1960 χρόνια ιεραποστολών, οι
χριστιανοί στο σύνολό τους (γνήσιοι και κατ’ όνομα) αποτελούν μόλις το 33%,
δηλαδή μόνον ένας σε κάθε τρεις κατοίκους της γης.
Ο
αριθμός αυτός, βέβαια, δεν έχει καμία σχέση με την ποιότητα της πίστης όλων των
ονομαζόμενων "χριστιανών", η οποία, όπως είπε ο αναλυτής
σφυγμομετρήσεων George Gallup
Jr., "είναι ένα χιλιόμετρο σε μήκος αλλά μόνο ένα
εκατοστό σε βάθος"(δηλαδή πολλά λόγια αλλά ελάχιστη ουσία...)! Επίσης,
σύμφωνα με τον ίδιο αναλυτή και τα στοιχεία που υπάρχουν στην εταιρεία του για
τα τελευταία 70 χρόνια, οι Αμερικανοί, που γενικά προβάλλονται ως ο πιο
θρησκευόμενος λαός, "έχουν μεγάλη άγνοια για το περιεχόμενο της θρησκείας
τους και στερούνται εμπιστοσύνη στον Θεό". Σαν αποτέλεσμα συστείνει:
"Οι εκκλησίες να ενδιαφερθούν να ευαγγελίσουν εκείνους που ήδη πηγαίνουν
στις εκκλησίες και να τους βοηθήσουν ν’ αναπτυχθούν βαθύτερα στην πίστη".
_TN_Frame6.JPG
..........














