01==ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΕΚΔΟΣΗΣ= ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΚΔΟΣΗ
RICHARD W DE HAAN.Κατερίνη.
01- ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
Σημασία της Λέξεως Αγιασμός
Εν Ιωάννης ιζ:17—19 αναφέρεται ότι υπέρ των πιστών ο Κύριος
ημών Ιησούς Χριστός «αγιάζει εαυτόν δια να είναι και αυτοί ηγιασμένοι εν τη
αληθεία». Είναι φανερόν ότι η σημασία του αγιασμού του Χριστού είναι η
του χωρισμού Του
εις τον Θεόν δια να εκπληρώσει τους σκοπούς Του. συνεπώς και ο αγιασμός των
πιστών είναι ο χωρισμός των από τον Θεόν. Ο τοιούτος χωρισμός των πιστών
υπονοεί τον χωρισμόν εκ της αμαρτίας και δια τούτο ο Λόγος του Θεού μας
προτρέπει να «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος
εκπληρούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού»(Β΄ Κορινθίους ζ:1). Οι Κορίνθιοι πιστοί προς τους οποίους
απευθύνεται αυτή η προτροπή ονομάζονται εις την πρώτην επιστολήν «ηγιασμένοι εν
Χριστώ Ιησού προσκεκλημένοι άγιοι»(Α΄ Κορινθίους α:2).
Η εν Χριστώ
κλήσης τους είχε καταστήσει αγίους(ξεχωρισμένους)και κατά συνέπιαν και η και η
ζωή τους όφειλε να είναι αγία διότι «ο Θεός είναι φως και σκοτία εν αυτώ δεν
υπάρχει ουδεμία. Εάν είπωμεν ότι κοινωνίαν έχομεν μετ’ αυτού και περιπατώμεν εν
τω σκότει ψευδόμεθα και δεν πράττομεν την αλήθειαν»(Α΄ Ιωάννης α:5—6).
Ο αγιασμός των
πιστών ευρίσκεται εις την αρχήν της χριστιανικής πορείας των καθώς θα ίδωμεν
εις την σύντομον αυτήν πραγματείαν και είναι ταυτόχρονος με την δικαίωσιν των
ενώπιον του Θεού και την απολύτρωσιν.
«»»»»»»»»»»»*/
*/ Η σύντομος αυτή πραγματεία «Περί αγιασμού» είχε εκδοθεί προ
25 ετών εις ένα βιβλιαράκι το οποίο προ πολλού εξηντλήθη. Επειδή δε τον
τελευταίο καιρό κυκλοφορούν και εις την χώραν μας διάφοροι αντιγραφικαί
διαδασκαλίαι επ’ αυτού του ζητήματος εκρίναμεν καλόν να την αναδημοσιεύσουμε με
μερικάς διορθώσεις και είμεθα βέβαιοι ότι δι’ αυτής προσφέρομε ένα πολύτιμον
βοήθημα εις τους αδελφούς μας.
Διότι δια της
αναγεννήσεως αγιάζεται ο άνθρωπος ένεκα αυτής ταύτης της φύσεως της νέας
δημιουργία του εν τω Χριστώ και εφ’ όσον ακολουθεί τους πνευματικούς νόμους θα
αυξάνει εις την νέαν της αναγεννήσεως κατάσταση εκ νηπιότητας «εις άνδρα
τέλειον εις μέτρον ηλικία του πληρώματος του Χριστού (Εφεσίους δ:13).
Και εις την Π.Δ.
επίσης η λέξης άγιος αποδιδόμενη εις πρόσωπα ή
ΣΠράγματα σήμαινε τον
χωρισμόν εις τον Θεό ο οποίος είναι άγιος ή ότι ο άγιος Θεός επεσκέπτετο αυτά. Έτσι εν Δευτερονόμιο ζ:6 αναγιγνώσκομε περί του λαού Ισραήλ: «Επειδή συ είσαι λαός άγιος
(ξεχωρισμένος) εις Κύριον τον Θεό σου σε εξέλεξε Κύριος ο Θεός σου δια να είσαι
εις αυτόν λαός εκλεκτός παρά πάντας τους λαούς τους επί του προσώπου της γης».
Στον Ψαλμό ια:4 περί του Ναού: «Ο Κύριος είναι εν τω νώ τω αγίω αυτού». Στην έξοδο γ:5
περί του τόπου όπου εφάνη εις τον Μωϋσήν: «Ο τόπος επί του οποίου ίσταται είναι
γη αγία» στην Έξοδο κη:38 περί των προσφορών του λαού Ισραήλ: «Δια
να σηκώνει ο Ααρών την ανομίαν των αγίων πραγμάτων τα οποία οι υιοί Ισραήλ
θέλουσιν αγιάζει εις πάσας αυτών τας αγίας προσφοράς». Στην έξοδο κ:8
περί της ημέρας του Σαββάτου: «Ενθυμού την ημέραν του Σαββάτου δια να αγιάζεις
αυτήν»κλπ
Σύμφωνα προς τας
Γραφάς ο αγιασμός των πιστών πραγματοποιείτε :
1/. Εν
τω Χριστώ.
2/. Εν τω Αγίω Πνεύματι και:
3/. Εκδηλώνεται εις την ζωή των πιστών.
Τούτο μαρτυρείτε
σαφώς εκ του Α΄ Κορινθίους ς:9—11 όπου αφού ο απόστολος απαριθμεί διαφόρους
περιπτώσεις αμαρτημάτων εκείνων που δεν γνωρίζουν την αλήθεια προσθέτει: «Και
τοιούτοι υπήρχετε τινές αλλά απελούσθητε αλλά αγιάσθητε αλλ’ εδικαιώθητε εν τω
ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών». Υπό τας τρεις αυτά
όψεις θα εξετάσωμεν με το φως που μας δίδει ο Λόγος του Θεού.
Στην Α΄ Κορινθίους α:30 αναφέρεται εις ολίγας λέξεις το επαρκές
του Χριστού και η αξία του ευλογητού Σωτήρος δια κάθε πιστόν: «Σεις είσθε εξ’
αυτού εν Χριστώ Ιησού όστις εγεννήθη εις ημάς σοφία από θεού δικαιοσύνη τε και
αγιασμός και απολύτρωσης».
Όσοι δια της
χάρητος του θεού βρήκαμε εν τω Χριστώ την απολύτρωση μας δικαιωθέντες εκ
πίστεως γνωρίζουμε ότι ουδεμία δική μς προσπάθεια καταβάλαμε προς τούτο αλλά
μόνο πιστέψαμε εκ καρδίας εις τον Χριστό και αυτή η πίστης ελογίσθη εις ημάς
εις δικαιοσύνη. Κατά τον αυτόν τρόπο χωρίς καμίαν δική μας προσπάθεια
ο αγιασμός μας είναι η φυσική συνέπεια της εις τον Χριστόν πίστεως διότι πραγματοποιήθηκε ενώπιον του Θεού όχι
από δική μας αξία ή δικών μας προσπαθειών αλλά δια του έργου το οποίο ο Σωτήρ
μας τελείωσε επί του Σταυρού καθώς είναι
γεγραμμένον:
«Είμεθα ηγιασμένοι δια της προσφοράς του σώματος του Ιησού Χριστού εφάπαξ:(Εβραίους ι:10). Επίσης στην (Κολοσσαείς α:22)
βλέπουμε ότι:
«Τώρα όμως διήλλαξε δια του σώματος της σαρκός αυτού δια του θανάτου δια να σας
παραστήσει ενώπιον αυτού αγίους και άμωμους και ανεγκλήτους». Ο άγιος Θεός
βλέπει τώρα όλους τους πιστούς ολόκληρη την Εκκλησία Του αγιασμένους εν τω
Χριστώ χάρις εις το τέλειο έργο που ετελέσθη επί του σταυρού. Οι επιζητούντες
λοιπόν τον αγιασμό δια των δικών τους προσπαθειών πέφτουν εις την αυτήν πλάνη
με τους προσπαθούντας να δικαιωθούν ενώπιον του Θεού και να σωθούν δια των
έργων των και φανερώνουν άγνοια των Γραφών αι οποίαι βεβαιώνουν ότι είμεθα
πλήρεις εν τω Χριστώ.(Κολοσσαείς β:10).
Τόσο το νήπιο
στην πίστη όσο και τον ευρισκόμενο εις ανδρική πνευματική ηλικία ο Θεός
προσδέχεται εν Χριστώ και βλέπει αμφοτέρους ηγιασμένους εν αυτώ.
Περί της
Εκκλησίας της Κορίνθου αναγιγνώσκομε ότι
ο Απ. Παύλος «δεν ηδυνήθη να λαλήσει προς αυτούς ως προς πνευματικούς αλλ’ ως
προς σάρκινους ως προς νήπια εν Χριστώ». (Α΄ Κορινθίους α:1—4 +ε:1—8 + ς:1—11 +ια:17—19).
Εις δε την δευτέραν επιστολήν του ο απ. Παύλος λέγει ότι είχε γράψει την
πρώτη «εκ πολλής θλίψεως και στενοχωρίας καρδίας μετά πολλών δακρύων»(Β΄ Κορινθίους β:40).
Αλλά μολονότι η
πνευματική κατάστασης της εκκλησίας της Κορίνθου δεν ήταν εκείνη που έπρεπε να
είναι ο απόστολος ονομάζει αυτούς: «ηγιασμένους εν Χριστώ Ιησού προσκεκλημένους
αγίους»
(Α΄
Κορινθίους α:2). Ενώπιον του Θεού ήσαν ηγιασμένοι εν τω Χριστώ εφ’ όσον Τον
εδέχθησαν ως Σωτήρα των. Εδώ βλέπουμε ακόμη ότι αυτή η πρόσκληση των υπό του
Θεού τους αγίασε.
Συγκρίνοντας το Ρωμαίους α:1—7 τα εδάφια θα εννοήσουμε καλλίτερα κατά ποιο τρόπο ήσαν
«προσκεκλημένοι άγιοι». Εις το πρώτο εδάφιο ο απόστολος γράφει περί του εαυτού
του ότι είναι «προσκεκλημένος απόστολος» εις δε το εδάφιο περί των πιστών ότι
είναι «προσκεκλημένοι άγιοι». Η πρόσκλησης του Παύλου υπό του Χριστού κατέστησε
τον πρώην διώκτη της Εκκλησίας απόστολον Αυτού. Προς τούτο ο Παύλος ουδεμίαν
προσπάθεια κατέβαλε αλλ’ απλώς υπάκουσε εις την φωνή του Κυρίου που τον εκάλεσε
και ηδύναντο να λέγει κατόπιν ότι ήτο «απόστολος δι’ Ιησού Χριστού».(Γαλάτας α:1). Εκείνο δε που ηδύνατο να επιθυμεί εις το μέλλον ήτο να ζει και να
πολιτεύεται ως καλός απόστολος του Χριστού δεν
λέγει όμως πουθενά:
« Θέλω να γίνω απόστολος» διότι ήτο ήδη τοιούτος δια της προσκλήσεως του
Χριστού. Κατά τον αυτό τρόπο η υπό του θεού πρόσκλησης του ανθρώπου εις την
πίστιν τον παρουσιάζει ενώπιον Αυτού αγιασμένο εν τω Χριστώ.
Οι επιζητούντες
να αποκαταστήσουν τον αγιασμό δια των προσπαθειών τους χωρίζοντας τους πιστούς
σε δύο τάξεις δηλαδή σε αγιασμένους και σε σωσμένους δεν θα σκέπτονταν έτσι εάν
έβλεπαν ότι ο Χριστός είναι η δικαιοσύνη τους ότι Αυτός ο ίδιος είναι το ένδυμα
τους. ο Θεός έτσι βλέπει ενδεδυμένο κάθε πιστό και είναι τελείως ικανοποιημένος
με τους έχοντας τον Υιόν. Τότε αντί να προσπαθούν να αποκτήσουν τον αγιασμό θα
ζητούσαν δια της χάριτος του Θεού να αυξάνουν εις την νέα τους κατάσταση εις
την οποία εφέρθησαν εν Χριστώ. Η άπαξ γινόμενη προσφορά του σώματος του Ιησού
Χριστού αγίασε τους πιστεύοντας εις Αυτόν και αυτή η μία προσφορά
«ετελειοποίησε δια παντός τους αγιαζομένους»
(Εβραίους ι:14). Επίσης στην (Εφεσίους ε:25—27) βλέπουμε ότι το έργο του σταυρού απέβλεπε
εις το «να παραστήσει ο Χριστός εις εαυτόν ένδοξον την εκκλησία με έχουσα
κηλίδα ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων αλλά δια να είναι αγία άμωμος».και στην προς (Εβραίους ιγ: 12) ότι ο Ιησούς δια να αγιάσει τον λαό δια του ιδίου αυτού αίματος
έξω της πύλης έπαθε».
Δόξα εις τον
ευλογητό Σωτήρα μας διότι έκαμε το έργο της σωτηρίας μας τέλειο από όλες τις
απόψεις εις τρόπον ώστε να ικανοποιήσει πλήρως τον θεό και να αποκαταστήσει τις
σχέσεις μας μαζί Του. Ο Θεός ικανοποιήθηκε με το έργο του σταυρού ο δε
ταλαίπωρος άνθρωπος που συναισθάνεται την χαμένη φυσική του κατάσταση όταν
ατενίσει με πίστη εις τον Χριστό επί του σταυρού δύναται να αναπαυθεί επ’ Αυτού
και « έχει παρρησία να εισέλθει εις τα άγια δια του αίματος του Ιησού δια νέας
και ζώσεις οδού την οποία καθιέρωσε εις ημάς δια του καταπετάσματος τουτέστι
της σαρκός αυτού. (Εβραίους ι:19—20). Αλλ’ εάν αυτός ο πιστός δεν είναι
ηγιασμένος πως θα ηδύνατο να εισέλθει εφ’ όσον καθώς είναι γνωστόν ουδέ εις
αυτά τα χειροποίητα άγια δεν ηδύνατο να
εισέλθει; Και με ποιο θάρρος θα πλησίαζε τον Θεό; διότι είναι γεγραμμένο ότι «χωρίς του
αγιασμού ουδείς θέλει ιδεί τον Κύριον»(Εβραίους ιβ:14). Δια τούτο κλείομεν αυτό το κεφάλαιο με το
εδάφιο που αναφέραμε εις την αρχή του ευχαριστούντες τον Θεό διότι ο Κύριος
ημών Ιησούς Χριστός «εγεννήθη εις ημάς
σοφίας από Θεού δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσης».
ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΝ ΤΩ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ
Συντελεσθέντος
του αγιασμού του πιστού ενώπιον του Θεού χάρις εις το έργον που ο ευλογητός
Υιός Του ετελείωσεν επί του σταυρού αυτός ο ίδιος ο Θεός τελειώνει το έργον του
αγιασμού και εις την καρδιά του ανθρώπου δια της αναγεννήσεως εν τω Αγίω
Πνεύματι. Η πονηρά φυσική κατάστασης του ανθρώπου με δυνάμενη να υποταχθεί εις
το θέλημα του Θεού (Ρωμαίους η:6—7) ουδεμίαν επιδέχεται βελτίωση ή αναμόρφωση και δια τούτο οι Γραφές σαφώς
διακηρύττουν ότι «εάν τις δεν γεννηθεί άνωθεν δεν δύναται να ίδη την βασιλείαν
του Θεού…. Εάν τις δεν γεννηθεί εξ’ ύδατος και Πνεύματος δεν δύναται να
εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού το γεγεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ
και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος είναι Πνεύμα (Ιωάννης γ:1—8).
Είδαμε ότι το
γεννημένο εκ της σαρκός είναι σαρξ. Και σαρξ σημαίνει μία κατάσταση ανυπότακτο
και εχθρικώς διακειμένης προς το θέλημα του θεού μία κατάσταση η οποία κατ’
ουδένα τρόπο δύναται να ευαρεστήσει τον Θεό.(Βλέπε Ρωμαίους η:3—8 +
ζ:13—24 Γαλάτας ε:17 Ματθαίος κ;:41 Εφεσίους β:1—3 Γένεσης ;:11—13 Ιερεμίας
ιγ:23
Ρωμαίους γ:1—8—23 κλπ).
Όταν ο άνθρωπος
εννοήσει τις σπουδαίες αυτές αλήθειες περί της φυσικής του καταστάσεως και ιδεί
ότι είναι ταλαίπωρος και δεν δύναται με
τις δικές του προσπάθειες να ελευθερωθεί από το σώμα του θανάτου τότε θα εκτιμήσει
την αξία του Χριστού και θα αρχίσει να
ατενίζει προς Αυτόν όχι για να βελτιώσει τον εαυτό του αλλά για να εξαρτήσει
από τον ευλογητό Σωτήρα ολόκληρο το έργο της σωτηρίας του και τότε θα μάθει
πόσο επαρκές είναι το έργο του σταυρού για την δικαίωση και τον αγιασμό του για
την απολύτρωση του. Αυτή η εμπιστοσύνη εις τον Χριστό για την
σωτηρία είναι πίστης την
οποία ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο κατά την παρούσα οικονομία της κατά χάριν σωτηρίας και αποτελεί την μόνη οδό για να πλησιάσει ο
άνθρωπος τον Θεό. Εις εκείνον που πιστεύει έτσι εις τον Χριστό ο Θεός δίδει
Πνεύμα Άγιο εν τω οποίο αναγεννά και αυτή η νέα γέννησης που υπάρχει εις τον
πιστό είναι αναμάρτητος και τέλεια διότι είναι εκ του Θεού(Α΄ Ιωάννουγ:9). Ταυτόχρονα όμως εξακολουθεί να υπάρχει εν
αυτώ και η παλαιά φύσης η οποία διάκειται εχθρικώς προς τον Θεό και δεν
επιδέχεται καμίαν βελτίωση. «Το γεγεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το
γεγεννημένον εκ του Πνεύματος είναι πνεύμα»(Ιωάννης γ:6).
Στην (Ρωμαίους η:9 )διαβάζουμε:
«Σεις όμως δεν είσθε εν σαρκί αλλ’ εν πνεύματι εάν το Πνεύμα του Χριστού
κατοικεί εν υμίν.. αλλ’ εάν τις δεν έχει το Πνεύμα του Χριστού ούτος δεν είναι
αυτού». Το μέρος τούτο συμφωνεί με τους
λόγους του Κυρίου στο (Ιωάννου γ:1—8) περί της απολύτου ανάγκης
της αναγεννήσεως. Ο κατ’ όνομα όμως χριστιανισμός παραγνωρίζει αυτήν την ανάγκη
της κατοικήσεως του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπο δια της πίστεως εις τον
Χριστό και προτιμά να επαναπαύεται επί θρησκευτικών τύπων και τελετών. Η
αποτυχία του είναι κατάδηλος σε όποιον τον βλέπει με το φως του Λόγου του Θεού.
αλλά και πολλοί αληθείς χριστιανοί άνθρωποι αναγεννημένοι και κατά συνέπειαν
ηγιασμένοι εν τω Χριστώ και εν τω Αγίω Πνεύματι καταβάλλουν προσπάθειες και
προσεύχονται να λάβουν το Άγιο Πνεύμα και να αγιασθούν εξ’ αιτίας πεπλανημένων
διδαχών τις οποίες εγκολπώθηκαν.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ