ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΑ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ
[ Κάνω μια διευκρίνιση, διότι στο μήνυμα μου το 04 άκουε Ισραήλ
μπέρδεψα τους δυο βασιλείς Άσα και Άχαζ ]
Χρονικών Β' 15
1 ΤΟΤΕ, ήρθε το Πνεύμα τού Θεού επάνω στον Αζαρία, τον γιο τού Ωδήδ·
2 και βγήκε σε συνάντηση του Ασά, και του είπε: Ακούστε με, Ασά, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Βενιαμίν: Ο Κύριος είναι με σας, όταν εσείς είστε μ' αυτόν· και αν τον εκζητάτε, θα βρεθεί σε σας· αν, όμως, τον εγκαταλείψετε, θα σας εγκαταλείψει·
3 πολύ καιρό μεν ο Ισραήλ στάθηκε χωρίς τον αληθινό Θεό, και χωρίς ιερέα που να διδάσκει, και χωρίς νόμο·
4 όταν, όμως, στη στενοχώρια τους γύρισαν στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και τον εζήτησαν, βρέθηκε σ' αυτούς·
5 και στους καιρούς εκείνους δεν υπήρχε ειρήνη στον εξερχόμενο, και στον εισερχόμενο, αλλ' υπήρχαν μεγάλες ταραχές επάνω σε όλους τους κατοίκους των τόπων·
6 και φθειρόταν έθνος από έθνος, και πόλη από πόλη· επειδή, ο Θεός τούς κατέθλιβε με κάθε στενοχώρια·
7 εσείς, όμως, ενδυναμώνεστε, και ας μη είναι χαλαρωμένα τα χέρια σας· επειδή, στο έργο σας θα υπάρξει μισθός.
8 Και όταν ο Ασά άκουσε αυτά τα λόγια, και την προφητεία τού προφήτη Ωδήδ, ενδυναμώθηκε, και απέβαλε τα βδελύγματα από ολόκληρη τη γη τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και από τις πόλεις που πήρε από το βουνό Εφραϊμ, και ανανέωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, που ήταν μπροστά στον πρόναο του Κυρίου.
9 Και συγκέντρωσε ολόκληρο τον Ιούδα και τον Βενιαμίν, και εκείνους που παροικούσαν κοντά τους, από τον Εφραϊμ και τον Μανασσή, και από τον Συμεών· επειδή, πολλοί από τον Ισραήλ προσχώρησαν σ' αυτόν, βλέποντας ότι ο Κύριος ο Θεός του ήταν μαζί του.
10 Και συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, κατά τον τρίτο μήνα, του 15ου χρόνου τής βασιλείας τού Ασά.
11 Και πρόσφεραν στον Κύριο θυσίες, εκείνη την ημέρα, από τα λάφυρα που έφεραν, 700 βόδια, και 7.000 πρόβατα.
12 Και μπήκαν σε συνθήκη να εκζητήσουν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, από ολόκληρη την καρδιά τους και από ολόκληρη την ψυχή τους·
13 και κάθε ένας που δεν θα εκζητήσει τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, να θανατώνεται, από μικρόν μέχρι μεγάλον, από άνδρα μέχρι γυναίκα.
14 Και ορκίστηκαν στον Κύριο, με δυνατή φωνή, και με αλαλαγμό, και με σάλπιγγα, και με κεράτινες σάλπιγγες.
15 Και ολόκληρος ο Ιούδας ευφράνθηκε στον όρκο· επειδή, ορκίστηκαν από ολόκληρη την καρδιά τους, και τον εκζήτησαν με ολόκληρη τη θέλησή τους· και βρέθηκε σ' αυτούς· και ο Κύριος τους έδωσε ανάπαυση ολόγυρα.
16 Ακόμα και τη Μααχά, τη μητέρα τού βασιλιά Ασά, την απέβαλε από το να είναι βασίλισσα, επειδή έκανε ένα είδωλο στο άλσος· και ο Ασά κατέκοψε το είδωλό της, και το σύντριψε και το έκαψε στον χείμαρρο των Κέδρων.
17 Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν αφαιρέθηκαν από τον Ισραήλ· εντούτοις, η καρδιά τού Ασά ήταν τέλεια όλες τις ημέρες του.
18 Και έφερε στον οίκο τού Θεού τα αφιερώματα του πατέρα του, και τα δικά του αφιερώματα, ασήμι, χρυσάφι, και σκεύη.
19 Και δεν έγινε πόλεμος μέχρι τον 35ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά.
«»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»
Χρονικών Β' 16
1 Στον 36ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά, ο Βαασά, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, ανέβηκε ενάντια στον Ιούδα, και οικοδόμησε τη Ραμά, για να μη αφήνει κανέναν να βγαίνει ούτε να μπαίνει προς τον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα.
2 Τότε, ο Ασά έβγαλε το ασήμι και το χρυσάφι από τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του παλατιού τού βασιλιά, και τα έστειλε στον Βεν-αδάδ, τον βασιλιά τής Συρίας, που κατοικούσε στη Δαμασκό, λέγοντας:
3 Ας γίνει συνθήκη ανάμεσα σε μένα και σε σένα, όπως υπήρχε και ανάμεσα στον πατέρα μου και τον πατέρα σου· δες, σου έστειλα ασήμι και χρυσάφι· πήγαινε, διάλυσε τη συνθήκη σου, που έχεις με τον Βαασά, τον βασιλιά τού Ισραήλ, για να αναχωρήσει από μένα.
4 Και ο Βεν-αδάδ εισάκουσε τον βασιλιά Ασά, και έστειλε τους αρχηγούς των δυνάμεών του ενάντια στις πόλεις τού Ισραήλ· και πάταξαν την Ιιών, και τη Δαν, και την Αβέλ-μαϊμ, και όλες τις αποθήκες των πόλεων του Νεφθαλί.
5 Και καθώς ο Βαασά το άκουσε, σταμάτησε να οικοδομεί τη Ραμά, και εγκατέλειψε το έργο του.
6 Και ο βασιλιάς Ασά παρέλαβε ολόκληρο τον Ιούδα, και σήκωσαν τις πέτρες τής Ραμά, και τα ξύλα της, με τα οποία οικοδομούσε ο Βαασά· και μ' αυτά οικοδόμησε τη Γαβαά και τη Μισπά.
7 Και κατά τον καιρό εκείνο, ο Ανανί, ο βλέπων, ήρθε στον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα, και του είπε: Επειδή, στηρίχθηκες επάνω στον βασιλιά τής Συρίας, και δεν στηρίχθηκες επάνω στον Κύριο τον Θεό σου, γι' αυτό ο στρατός τού βασιλιά τής Συρίας ξέφυγε από το χέρι σου·
8 οι Αιθίοπες και οι Λίβυοι δεν ήσαν μεγάλος στρατός, με πολυάριθμες άμαξες και καβαλάρηδες; Επειδή, όμως, στηρίχθηκες στον Κύριο, τους παρέδωσε στο χέρι σου·
9 δεδομένου ότι, τα μάτια τού Κυρίου περιτρέχουν διαμέσου ολόκληρης της γης, για να φανεί δυνατός σε όσους έχουν την καρδιά τους τέλεια προς αυτόν· σε τούτο έπραξες με αφροσύνη· γι' αυτό, στο εξής θα έχεις πολέμους.
10 Και ο Ασά οργίστηκε ενάντια στον βλέποντα, και τον έβαλε σε φυλακή· επειδή, για το πράγμα αυτό αγανάκτησε εναντίον του. Και ο Ασά κατέθλιψε μερικούς από τον λαό κατά τον καιρό εκείνο.
11 Και δέστε, οι πράξεις τού Ασά, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, είναι γραμμένες στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
12 Και ο Ασά αρρώστησε στα πόδια του στον 39ο χρόνο τής βασιλείας του, μέχρις ότου η αρρώστια του έγινε πολύ μεγάλη· όμως, ούτε στην αρρώστια του εκζήτησε τον Κύριο, αλλά τους γιατρούς.
13 Και ο Ασά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και πέθανε τον 41ο χρόνο τής βασιλείας του.
14 Και τον έθαψαν στον τάφο του, που είχε σκάψει για τον εαυτό του στην πόλη τού Δαβίδ, και τον έβαλαν επάνω σε κρεβάτι γεμάτο από ευωδία και διάφορα μυρεψικά αρώματα· και του έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη καύση.
Στο επόμενο θα βάλω την Ιστορία του Άχαζ.
Χρονικών Β' 28
1 Ο ΑΧΑΖ ήταν ηλικίας 20 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· όμως, δεν έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όπως ο πατέρας του ο Δαβίδ·
2 αλλά περπάτησε στους δρόμους των βασιλιάδων τού Ισραήλ, κι ακόμα έκανε χωνευτά είδωλα στους Βααλείμ.
3 Κι αυτός θυμίασε στην κοιλάδα τού Εννόμ, και πέρασε τα παιδιά του μέσα από τη φωτιά, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει από μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
4 Και θυσίαζε και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, κι επάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
5 Γι' αυτό, ο Κύριος ο Θεός του τον παρέδωσε στο χέρι τού βασιλιά τής Συρίας· και τον πάταξαν, και πήραν απ' αυτούς αιχμαλώτους ένα μεγάλο πλήθος, και τους έφεραν στη Δαμασκό. Κι ακόμα, παραδόθηκε στο χέρι τού βασιλιά τού Ισραήλ, που τον πάταξε με μεγάλη σφαγή.
6 Επειδή, ο Φεκά, ο γιος τού Ρεμαλία, θανάτωσε από τον Ιούδα 120.000 μέσα σε μια ημέρα, όλους τους ισχυρούς σε δύναμη, επειδή εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
7 Και ο Ζιχρί, ένας δυνατός άνδρας από τον Εφραϊμ, θανάτωσε τον Μαασία, τον γιο τού βασιλιά, και τον Αζρικάμ, τον επιστάτη τού παλατιού, και τον Ελκανά, τον 2ο ύστερα από τον βασιλιά.
8 Και οι γιοι Ισραήλ αιχμαλώτισαν από τους αδελφούς τους 200.000, γυναίκες, γιους, και θυγατέρες, κι ακόμα πήραν απ' αυτούς πολλά λάφυρα, και έφεραν τα λάφυρα στη Σαμάρεια.
9 Και ήταν εκεί ο προφήτης τού Κυρίου, που ονομαζόταν Ωβήδ· και βγήκε σε συνάντηση του στρατού, που ερχόταν στη Σαμάρεια, και τους είπε: Δέστε, επειδή ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας οργίστηκε ενάντια στον Ιούδα, τους παρέδωσε στο χέρι σας· κι εσείς τους θανατώσατε με μανία, που έφτασε μέχρι τον ουρανό·
10 και τώρα λέτε να υποτάξετε στον εαυτό σας τους γιους τού Ιούδα και την Ιερουσαλήμ για δούλους και δούλες· δεν είναι με σας, μάλιστα με σας, αμαρτίες ενάντια στον Κύριο τον Θεό σας;
11 τώρα, λοιπόν, ακούστε με και επιστρέψτε τούς αιχμαλώτους, που αιχμαλωτίσατε από τους αδελφούς σας· επειδή, η οργή τού Κυρίου επίκειται σε σας.
12 Και σηκώθηκαν μερικοί από τους άρχοντες των γιων τού Εφραϊμ, ο Αζαρίας, ο γιος τού Ιωανάν, ο Βαραχίας, ο γιος τού Μεσιλλεμώθ, και ο Εζεκίας, ο γιος τού Σαλλούμ, και ο Αμασά, ο γιος τού Αδλαϊ, ενάντια στους ερχόμενους από τον πόλεμο,
13 και τους είπαν: Δεν θα φέρετε εδώ μέσα τους αιχμαλώτους, επειδή, ενώ ανομήσαμε στον Κύριο, θέλετε να προσθέσετε στις αμαρτίες μας, και στις ανομίες μας· επειδή, η ανομία μας είναι μεγάλη, και οργή θυμού κρέμεται επάνω στον Ισραήλ.
14 Και οι πολεμιστές άφησαν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα μπροστά στους άρχοντες και σε ολόκληρη τη συναγωγή.
15 Και αφού σηκώθηκαν οι άνδρες που ονομάστηκαν με το όνομά τους, πήραν τους αιχμαλώτους, και όλους όσους απ' αυτούς ήσαν γυμνοί, τους έντυσαν από τα λάφυρα· και αφού τους έντυσαν, και τους έβαλαν υποδήματα, και τους έδωσαν να φάνε και να πιουν, και τους άλειψαν, και όλους τους αδύνατους μεταξύ τους τούς μετακόμισαν επάνω σε γαϊδούρια, και τους έφεραν στην Ιεριχώ, την πόλη των φοινίκων, στους αδελφούς τους· και γύρισαν στη Σαμάρεια.
16 Κατά την εποχή εκείνη, ο βασιλιάς Άχαζ έστειλε στους βασιλιάδες τής Ασσυρίας, για να τον βοηθήσουν.
17 Επειδή, καθώς ξαναήρθαν οι Ιδουμαίοι, πάταξαν τον Ιούδα, και πήραν αιχμαλώτους.
18 Και οι Φιλισταίοι εφορμώντας στις πόλεις τής πεδινής περιοχής, και της μεσημβρινής, του Ιούδα, κυρίευσαν τη Βαιθ-σεμές, και την Αιαλών, και τη Γεδηρώθ, και τη Σοκχώ και τις κωμοπόλεις της, και τη Θαμνά και τις κωμοπόλεις της, και τη Γιμζώ και τις κωμοπόλεις της· και κατοίκησαν εκεί.
19 Επειδή, ο Κύριος ταπείνωσε τον Ιούδα, εξαιτίας τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ισραήλ· για τον λόγο ότι, άφησε να κυριαρχήσει διαφθορά στον Ιούδα, και ασέβησε στον Κύριο υπερβολικά.
20 Και ήρθε σ' αυτόν ο Θελγάθ-φελνασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, και τον κατέθλιψε, αντί να τον ενδυναμώσει.
21 Επειδή, ο Άχαζ, παίρνοντας τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του σπιτιού τού βασιλιά, και των αρχόντων, τους έδωσε στον βασιλιά τής Ασσυρίας· όμως, όχι για βοήθειά του.
22 Και στον καιρό τής στενοχώριας του παρανόμησε στον Κύριο ακόμα περισσότερο, αυτός ο βασιλιάς ο Άχαζ.
23 Και θυσίαζε στους θεούς τής Δαμασκού, που τον είχαν πατάξει· και έλεγε: Επειδή, οι θεοί τού βασιλιά τής Συρίας τούς βοηθούν, θα θυσιάσω σ' αυτούς, για να βοηθήσουν κι εμένα. Εκείνοι, όμως, στάθηκαν η φθορά του, και ολόκληρου του Ισραήλ.
24 Και ο Άχαζ συγκέντρωσε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και κατέκοψε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και έκλεισε τις θύρες τού οίκου τού Κυρίου, και έκανε για τον εαυτό του θυσιαστήρια σε κάθε γωνιά μέσα στην Ιερουσαλήμ.
25 Και σε κάθε πόλη τού Ιούδα έκανε ψηλούς τόπους, για να θυμιάζει σε άλλους θεούς, και παρόργισε τον Κύριο, τον Θεό των πατέρων του.
26 Και οι υπόλοιπες πράξεις του, οι πρώτες και οι τελευταίες, και όλοι οι δρόμοι του, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
27 Και ο Άχαζ κοιμήθηκε με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη, στην Ιερουσαλήμ· δεν τον έφεραν, όμως, στους τάφους των βασιλιάδων τού Ισραήλ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος του.
Χρονικών Β' 28
1 Ο ΑΧΑΖ ήταν ηλικίας 20 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 16 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· όμως, δεν έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όπως ο πατέρας του ο Δαβίδ·
2 αλλά περπάτησε στους δρόμους των βασιλιάδων τού Ισραήλ, κι ακόμα έκανε χωνευτά είδωλα στους Βααλείμ.
3 Κι αυτός θυμίασε στην κοιλάδα τού Εννόμ, και πέρασε τα παιδιά του μέσα από τη φωτιά, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει από μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
4 Και θυσίαζε και θυμίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, κι επάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
5 Γι' αυτό, ο Κύριος ο Θεός του τον παρέδωσε στο χέρι τού βασιλιά τής Συρίας· και τον πάταξαν, και πήραν απ' αυτούς αιχμαλώτους ένα μεγάλο πλήθος, και τους έφεραν στη Δαμασκό. Κι ακόμα, παραδόθηκε στο χέρι τού βασιλιά τού Ισραήλ, που τον πάταξε με μεγάλη σφαγή.
6 Επειδή, ο Φεκά, ο γιος τού Ρεμαλία, θανάτωσε από τον Ιούδα 120.000 μέσα σε μια ημέρα, όλους τους ισχυρούς σε δύναμη, επειδή εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
7 Και ο Ζιχρί, ένας δυνατός άνδρας από τον Εφραϊμ, θανάτωσε τον Μαασία, τον γιο τού βασιλιά, και τον Αζρικάμ, τον επιστάτη τού παλατιού, και τον Ελκανά, τον 2ο ύστερα από τον βασιλιά.
8 Και οι γιοι Ισραήλ αιχμαλώτισαν από τους αδελφούς τους 200.000, γυναίκες, γιους, και θυγατέρες, κι ακόμα πήραν απ' αυτούς πολλά λάφυρα, και έφεραν τα λάφυρα στη Σαμάρεια.
9 Και ήταν εκεί ο προφήτης τού Κυρίου, που ονομαζόταν Ωβήδ· και βγήκε σε συνάντηση του στρατού, που ερχόταν στη Σαμάρεια, και τους είπε: Δέστε, επειδή ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας οργίστηκε ενάντια στον Ιούδα, τους παρέδωσε στο χέρι σας· κι εσείς τους θανατώσατε με μανία, που έφτασε μέχρι τον ουρανό·
10 και τώρα λέτε να υποτάξετε στον εαυτό σας τους γιους τού Ιούδα και την Ιερουσαλήμ για δούλους και δούλες· δεν είναι με σας, μάλιστα με σας, αμαρτίες ενάντια στον Κύριο τον Θεό σας;
11 τώρα, λοιπόν, ακούστε με και επιστρέψτε τούς αιχμαλώτους, που αιχμαλωτίσατε από τους αδελφούς σας· επειδή, η οργή τού Κυρίου επίκειται σε σας.
12 Και σηκώθηκαν μερικοί από τους άρχοντες των γιων τού Εφραϊμ, ο Αζαρίας, ο γιος τού Ιωανάν, ο Βαραχίας, ο γιος τού Μεσιλλεμώθ, και ο Εζεκίας, ο γιος τού Σαλλούμ, και ο Αμασά, ο γιος τού Αδλαϊ, ενάντια στους ερχόμενους από τον πόλεμο,
13 και τους είπαν: Δεν θα φέρετε εδώ μέσα τους αιχμαλώτους, επειδή, ενώ ανομήσαμε στον Κύριο, θέλετε να προσθέσετε στις αμαρτίες μας, και στις ανομίες μας· επειδή, η ανομία μας είναι μεγάλη, και οργή θυμού κρέμεται επάνω στον Ισραήλ.
14 Και οι πολεμιστές άφησαν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα μπροστά στους άρχοντες και σε ολόκληρη τη συναγωγή.
15 Και αφού σηκώθηκαν οι άνδρες που ονομάστηκαν με το όνομά τους, πήραν τους αιχμαλώτους, και όλους όσους απ' αυτούς ήσαν γυμνοί, τους έντυσαν από τα λάφυρα· και αφού τους έντυσαν, και τους έβαλαν υποδήματα, και τους έδωσαν να φάνε και να πιουν, και τους άλειψαν, και όλους τους αδύνατους μεταξύ τους τούς μετακόμισαν επάνω σε γαϊδούρια, και τους έφεραν στην Ιεριχώ, την πόλη των φοινίκων, στους αδελφούς τους· και γύρισαν στη Σαμάρεια.
16 Κατά την εποχή εκείνη, ο βασιλιάς Άχαζ έστειλε στους βασιλιάδες τής Ασσυρίας, για να τον βοηθήσουν.
17 Επειδή, καθώς ξαναήρθαν οι Ιδουμαίοι, πάταξαν τον Ιούδα, και πήραν αιχμαλώτους.
18 Και οι Φιλισταίοι εφορμώντας στις πόλεις τής πεδινής περιοχής, και της μεσημβρινής, του Ιούδα, κυρίευσαν τη Βαιθ-σεμές, και την Αιαλών, και τη Γεδηρώθ, και τη Σοκχώ και τις κωμοπόλεις της, και τη Θαμνά και τις κωμοπόλεις της, και τη Γιμζώ και τις κωμοπόλεις της· και κατοίκησαν εκεί.
19 Επειδή, ο Κύριος ταπείνωσε τον Ιούδα, εξαιτίας τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ισραήλ· για τον λόγο ότι, άφησε να κυριαρχήσει διαφθορά στον Ιούδα, και ασέβησε στον Κύριο υπερβολικά.
20 Και ήρθε σ' αυτόν ο Θελγάθ-φελνασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, και τον κατέθλιψε, αντί να τον ενδυναμώσει.
21 Επειδή, ο Άχαζ, παίρνοντας τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του σπιτιού τού βασιλιά, και των αρχόντων, τους έδωσε στον βασιλιά τής Ασσυρίας· όμως, όχι για βοήθειά του.
22 Και στον καιρό τής στενοχώριας του παρανόμησε στον Κύριο ακόμα περισσότερο, αυτός ο βασιλιάς ο Άχαζ.
23 Και θυσίαζε στους θεούς τής Δαμασκού, που τον είχαν πατάξει· και έλεγε: Επειδή, οι θεοί τού βασιλιά τής Συρίας τούς βοηθούν, θα θυσιάσω σ' αυτούς, για να βοηθήσουν κι εμένα. Εκείνοι, όμως, στάθηκαν η φθορά του, και ολόκληρου του Ισραήλ.
24 Και ο Άχαζ συγκέντρωσε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και κατέκοψε τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, και έκλεισε τις θύρες τού οίκου τού Κυρίου, και έκανε για τον εαυτό του θυσιαστήρια σε κάθε γωνιά μέσα στην Ιερουσαλήμ.
25 Και σε κάθε πόλη τού Ιούδα έκανε ψηλούς τόπους, για να θυμιάζει σε άλλους θεούς, και παρόργισε τον Κύριο, τον Θεό των πατέρων του.
26 Και οι υπόλοιπες πράξεις του, οι πρώτες και οι τελευταίες, και όλοι οι δρόμοι του, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
27 Και ο Άχαζ κοιμήθηκε με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη, στην Ιερουσαλήμ· δεν τον έφεραν, όμως, στους τάφους των βασιλιάδων τού Ισραήλ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος του.