08
Κριταί 6:
19
Και ο Γεδεών μπήκε στη σκηνή, και ετοίμασε ένα κατσικάκι από γίδες, και άζυμα
από ένα εφά αλεύρι· το μεν κρέας το έβαλε σε ένα κανίστρι, τον δε ζωμό τον
έβαλε σε χύτρα, και τα έφερε έξω σ' αυτόν που ήταν κάτω από τη βελανιδιά, και
του τα πρόσφερε.
20
Και ο άγγελος του Θεού τού είπε: Πάρε το κρέας και τα άζυμα, και τοποθέτησέ τα
επάνω σ' αυτή την πέτρα, και χύνε επάνω τον ζωμό. Και έκανε έτσι.
21
Και ο άγγελος του Κυρίου άπλωσε την άκρη από το ραβδί, που είχε στο χέρι του,
και άγγιξε το κρέας και τα άζυμα· και ανέβηκε φωτιά από την πέτρα, και κατέφαγε
το κρέας και τα άζυμα. Τότε, ο άγγελος του Κυρίου έφυγε από τα μάτια του.
22
Και ο Γεδεών βλέποντας ότι ήταν άγγελος του Κυρίου, ο Γεδεών είπε: Αλλοίμονο,
Κύριε Θεέ! Επειδή, είδα τον άγγελο του Κυρίου πρόσωπο με πρόσωπο.
23
Και ο Κύριος του είπε: Ειρήνη σε σένα· μη φοβάσαι· δεν θα πεθάνεις.
24
Και ο Γεδεών οικοδόμησε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο, και το ονόμασε
Ιεοβά-σαλώμ· βρίσκεται μέχρι αυτή την ημέρα στην Οφρά των Αβί-εζεριτών.
25
Και την ίδια νύχτα ο Κύριος του είπε: Πάρε το βόδι τού πατέρα σου, και το
δεύτερο επτάχρονο βόδι, και κατεδάφισε τον βωμό τού Βάαλ, που έχει ο πατέρας
σου, καθώς και το άλσος, που είναι κοντά σ' αυτόν, κατάκοψέ το·
26
και οικοδόμησε ένα θυσιαστήριο στον Κύριο τον Θεό σου επάνω στην κορυφή αυτής
της πέτρας, σύμφωνα με το διαταγμένο· και πάρε το δεύτερο βόδι, και να πρόσφερέ
το ολοκαύτωμα με τα ξύλα τού δάσους, που θα κατακόψεις.
27
Και ο Γεδεών πήρε δέκα άνδρες από τους δούλους του, και έκανε όπως του είπε ο
Κύριος· και επειδή φοβήθηκε την οικογένεια του πατέρα του, και τους ανθρώπους
τής πόλης, να το κάνει την ημέρα, το έκανε τη νύχτα.
28
Και όταν οι άνθρωποι της πόλης σηκώθηκαν το πρωί, να, ο βωμός τού Βάαλ ήταν
γκρεμισμένος, και το άλσος, που ήταν κοντά του, κατακομμένο, και το δεύτερο
βόδι ολοκαυτωμένο επάνω στο οικοδομημένο θυσιαστήριο.
.....