30-1-2017—ΔΕΥΤΕΡΑ
Βασιλέων
Β' 4
21
Και ανέβηκε, και το πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι τού ανθρώπου του Θεού, και
έκλεισε από πάνω του την πόρτα, και βγήκε.
22
Και κάλεσε τον άνδρα της, λέγοντας: Στείλε μου, παρακαλώ, έναν από τους
δούλους, και ένα γαϊδούρι, για να τρέξω στον άνθρωπο του Θεού, και να γυρίσω.
23
Κι εκείνος είπε: Γιατί πηγαίνεις σήμερα σ' αυτόν; Δεν είναι νεομηνία ούτε
σάββατο. Κι εκείνη είπε: Ειρήνη.
24
Τότε έστρωσε το γαϊδούρι, και είπε στον δούλο της: Τράβα, και προχώρα· μη μου
σταματήσεις την πορεία, εκτός αν σε προστάξω.
25
Και πήγε, και ήρθε στον άνθρωπο του Θεού, στο βουνό τον Κάρμηλο.
Και
καθώς ο άνθρωπος του Θεού την είδε από μακριά, είπε στον Γιεζεί, τον υπηρέτη
του: Δες, η Σουναμίτισσα εκείνη!
26
Τώρα, λοιπόν, τρέξε σε συνάντησή της· και πες της: Είσαι καλά; Είναι καλά ο
άνδρας σου; Είναι καλά το παιδί; Κι εκείνη είπε: Καλά.
27
Και όταν ήρθε στον άνθρωπο του Θεού στο βουνό, έπιασε τα πόδια του· και ο Γιεζεί
πλησίασε να την αποσύρει. Ο άνθρωπος του Θεού, όμως, είπε: Άφησέ την· επειδή, η
ψυχή της είναι μέσα της κατάπικρη· και ο Κύριος μου το έκρυψε, και δεν μου το
φανέρωσε.
28
Κι εκείνη είπε: Μήπως ζήτησα γιο από τον κύριό μου; Δεν είπα: Μη με απατάς;
29
Τότε, είπε στον Γιεζεί: Ζώσε την οσφύ σου, και πάρε τη βακτηρία μου στο χέρι
σου, και πήγαινε· αν συναντήσεις άνθρωπο, μη τον χαιρετήσεις· και αν κάποιος σε
χαιρετήσει, μη του απαντήσεις· και βάλε τη βακτηρία μου επάνω στο πρόσωπο του
παιδιού.
30
Και η μητέρα του παιδιού είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε
αφήσω. Και σηκώθηκε, και την ακολούθησε.
31
Και ο Γιεζεί πέρασε μπροστά τους, και έβαλε τη βακτηρία επάνω στο πρόσωπο του
παιδιού· όμως, καμιά φωνή, και καμιά ακρόαση. Γι' αυτό, επέστρεψε σε συνάντησή
του, και του ανήγγειλε, λέγοντας: Το παιδί δεν ξύπνησε.
32
Και όταν ο Ελισσαιέ μπήκε μέσα στο σπίτι, να, το παιδί ήταν νεκρό, πλαγιασμένο
επάνω στο κρεβάτι του.
33
Μπήκε, λοιπόν, μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω απ' αυτούς τους δύο, και
προσευχήθηκε στον Κύριο.
34
Και ανέβηκε, και πλάγιασε επάνω στο παιδί, και έβαλε το στόμα του επάνω στο
στόμα εκείνου, και τα μάτια του επάνω στα μάτια εκείνου, και τα χέρια του επάνω
στα χέρια εκείνου· και ξάπλωσε επάνω σ' αυτό και θερμάνθηκε η σάρκα τού
παιδιού.
35
Έπειτα σύρθηκε, και περπατούσε στο οίκημα, πότε εδώ και πότε εκεί· και ανέβηκε
πάλι, και ξάπλωσε επάνω του· και το παιδί φτερνίστηκε μέχρι επτά φορές, και το
παιδί άνοιξε τα μάτια του.
36
Και φώναξε τον Γιεζεί, και είπε: Κάλεσε αυτή τη Σουναμίτισσα. Και την κάλεσε·
και όταν μπήκε μέσα σ' αυτόν, είπε: Πάρε τον γιο σου.
37
Και εκείνη μπήκε μέσα, και έπεσε στα πόδια του, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος,
και σήκωσε τον γιο της, και βγήκε έξω.
01--ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ
ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ-
ΜΕΤΑΦΟΡΑ
ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ ΣΠΥΡΟΥ ΦΙΛΟΥ
31-1-2017—TRITH
Βασιλέων
Β' 4
38
Και ο Ελισσαιέ γύρισε στα Γάλγαλα· και ήταν πείνα στη γη· και οι γιοι των
προφητών κάθονταν μπροστά του· και είπε στον υπηρέτη του: Στήσε το μεγάλο
καζάνι, και ψήσε μαγείρεμα για τους γιους των προφητών.
39
Και καθώς κάποιος βγήκε στο χωράφι για να μαζέψει χόρτα, βρήκε μια
αγριοκολοκυθιά, και μάζεψε απ' αυτή άγρια κολοκύθια μέχρις ότου γέμισε το
ιμάτιό του, και, γυρίζοντας, τα έκοψε στο καζάνι τού μαγειρέματος, επειδή δεν
τα γνώριζαν.
40
Έπειτα, κένωσαν στους ανθρώπους για να φάνε· και καθώς έφαγαν από το μαγείρεμα,
αναφώνησαν, και είπαν: Άνθρωπε του Θεού, μέσα στο καζάνι είναι θάνατος. Και δεν
μπορούσαν να φάνε.
41
Κι εκείνος είπε: Φέρτε αλεύρι. Και το έρριξε στο καζάνι. Έπειτα, είπε: Κένωσε
στον λαό, για να φάνε. Και δεν υπήρχε πλέον τίποτε κακό μέσα στο καζάνι.
42
Και ένας άνθρωπος από τη Βάαλ-σαλισά ήρθε, και έφερε ψωμί στον άνθρωπο του Θεού
από τα πρωτογεννήματα, 20 κρίθινα ψωμιά, και νωπά στάχυα σιταριού, μέσα στον
σάκο του. Και είπε: Δώσε στον λαό, για να φάνε.
43
Και ο υπηρέτης του είπε: Τι είναι αυτό για να το βάλω μπροστά σε 100 ανθρώπους;
Κι εκείνος είπε: Δώσε στον λαό, για να φάνε· επειδή, έτσι λέει ο Κύριος· θα
φάνε και θα αφήσουν υπόλοιπο.
44
Τότε, έβαλε μπροστά τους, και έφαγαν, και άφησαν υπόλοιπο, σύμφωνα με τον λόγο
τού Κυρίου.
ΑΜΗΝ







