_______________________________

Iδού έρχομαι ταχέως !!!

Iδού έρχομαι ταχέως !!!

Ματθαίος 26-27-Μάρκος 14-15-Ησαΐας 53-Ψαλμοί 69

Όλος ο Λόγος του Κυρίου μας μιλά με προφητείες του ερχομού Του και του φρικτού θανάτου Του που εξ’ αίτιας των αμαρτιών μας έγινε αυτός κατάρα ο οποίος πήρε την κατάρα της αμαρτίας από πάνω μας.
.....................................
Ματθαίος 26
 36 Τότε, έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σε ένα χωριό, που λέγεται Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές: Καθήστε αυτού, μέχρις ότου πάω και προσευχηθώ εκεί.
37 Και αφού παρέλαβε τον Πέτρο και τους δύο γιους τού Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί.
38 Τότε, τους λέει: Η ψυχή μου είναι περίλυπη μέχρι θανάτου· μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου.
39 Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπό του στη γη, προσευχόμενος και λέγοντας: Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από μένα αυτό το ποτήρι· όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλ' όπως εσύ.
40 Και έρχεται προς τους μαθητές, και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει προς τον Πέτρο: Έτσι δεν μπορέσατε να αγρυπνήσετε μία ώρα μαζί μου;
41 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι αδύναμη.
42 Ξανά, για δεύτερη φορά πήγε και προσευχήθηκε, λέγοντας: Πατέρα μου, αν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει από μένα τούτο το ποτήρι, χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου.
43 Και όταν ήρθε τούς βρίσκει πάλι να κοιμούνται· επειδή, τα μάτια τους ήσαν βαριά.
44 Και αφού τους άφησε, πήγε ξανά και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας τον ίδιο λόγο.
45 Τότε, έρχεται στους μαθητές, και τους λέει: Κοιμάστε, λοιπόν, και αναπαύεστε· να! πλησίασε η ώρα, και ο Υιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών·
46 σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει.
47 Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ξάφνου, ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε· και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού.
48 Και εκείνος που τον παρέδινε, τους έδωσε ένα σημάδι, λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον.
49 Κι αμέσως, αφού πλησίασε τον Ιησού, είπε: Χαίρε, Ραββί· και τον καταφίλησε.
50 Και ο Ιησούς είπε σ' αυτόν: Φίλε, γιατί ήρθες;
Τότε, αφού ήρθαν κοντά, έβαλαν τα χέρια επάνω στον Ιησού, και τον έπιασαν.
51 Και ξάφνου, ένας, από εκείνους που ήσαν μαζί με τον Ιησού, απλώνοντας το χέρι, τράβηξε τη μάχαιρά του, και χτυπώντας τον δούλο τού αρχιερέα, του απέκοψε το αυτί του.
52 Τότε, ο Ιησούς λέει σ' αυτόν: Ξαναβάλε τη μάχαιρά σου στη θέση της· επειδή, όλοι όσοι πιάσουν μάχαιρα, με μάχαιρα θα πεθάνουν·
53 ή νομίζεις ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τώρα κιόλας τον Πατέρα μου, και θα στήσει κοντά μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;
54 Πώς, λοιπόν, θα εκπληρωθούν οι γραφές, ότι έτσι πρέπει να γίνει;
55 Κατά την ώρα εκείνη ο Ιησούς είπε προς τα πλήθη: Βγήκατε σαν σε ληστή, με μάχαιρες και ξύλα, για να με συλλάβετε; Καθημερινά καθόμουν κοντά σας, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με πιάσατε.
56 Και όλο αυτό έγινε, για να εκπληρωθούν οι γραφές των προφητών.
Τότε, όλοι οι μαθητές, αφού τον εγκατέλειψαν, έφυγαν.
57 Και εκείνοι που είχαν πιάσει τον Ιησού, τον έφεραν στον αρχιερέα Καϊάφα, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι.
58 Ο δε Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά, μέχρι την αυλή τού αρχιερέα· και αφού μπήκε μέσα, καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος.
59 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και ολόκληρο το συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία ενάντια στον Ιησού, για να τον θανατώσουν·
60 και δεν βρήκαν· και παρόλο που ήρθαν πολλοί ψευδομάρτυρες, δεν βρήκαν. Ύστερα, όμως, καθώς προσήλθαν δύο ψευδομάρτυρες,
61 είπαν: Αυτός είπε: Μπορώ να γκρεμίσω τον ναό τού Θεού, και μέσα σε τρεις ημέρες να τον κτίσω.
62 Και αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας, του είπε: Δεν απαντάς; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;
63 Και ο Ιησούς σιωπούσε. Και απαντώντας ο αρχιερέας, του είπε: Σε ορκίζω στον ζωντανό Θεό, να μας πεις, αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού.
64 Ο Ιησούς λέει σ' αυτόν: Εσύ το είπες· όμως, σας λέω: Στο εξής, θα δείτε τον Υιό τού ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά τής δύναμης, και να έρχεται επάνω στα σύννεφα του ουρανού.
65 Τότε, ο αρχιερέας ξέσχισε τα ιμάτιά του, λέγοντας ότι: Βλασφήμησε· τι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες. Να, τώρα ακούσατε τη βλασφημία του·
66 τι σας φαίνεται;
Και εκείνοι, απαντώντας, είπαν: Είναι ένοχος θανάτου.
67 Τότε, έφτυσαν στο πρόσωπό του, και τον γρονθοκόπησαν· άλλοι, μάλιστα, τον χαστούκισαν,
68 λέγοντας: Προφήτευσε σε μας, Χριστέ, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;
69 Ο δε Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή· και ήρθε κοντά του μία δούλη, λέγοντας: Κι εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού, τον Γαλιλαίο.
70 Και εκείνος αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: Δεν ξέρω τι λες.
71 Και όταν βγήκε έξω στον πυλώνα, τον είδε μια άλλη, και λέει σ' αυτούς που ήσαν εκεί: Κι αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού, τον Ναζωραίο.
72 Αρνήθηκε και πάλι, με όρκο, ότι: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο.
73 Και ύστερα από λίγο, καθώς ήρθαν κοντά αυτοί που στέκονταν τριγύρω, είπαν στον Πέτρο: Στ' αλήθεια, κι εσύ είσαι απ' αυτούς· επειδή, και η ομιλία σου σε κάνει φανερόν.
74 Τότε, άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται ότι: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο. Κι αμέσως λάλησε ο πετεινός.
75 Και ο Πέτρος θυμήθηκε τον λόγο του Ιησού, που του είχε πει ότι: Πριν ο πετεινός λαλήσει, θα με απαρνηθείς τρεις φορές. Και βγαίνοντας έξω, έκλαψε πικρά.

Ματθαίος 27
1 ΚΑΙ όταν έγινε πρωί, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον του Ιησού για να τον θανατώσουν.
2 Και αφού τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα.
3 Τότε, ο Ιούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, αφού μεταμελήθηκε επέστρεψε στους πρεσβύτερους τα 30 αργύρια,
4 λέγοντας: Αμάρτησα, επειδή παρέδωσα αθώο αίμα. Και εκείνοι είπαν: Και σε μας, τι; Αφορά εσένα.
5 Και ρίχνοντας τα αργύρια μέσα στον ναό, αναχώρησε· και φεύγοντας κρεμάστηκε.
6 Και οι ιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο· επειδή, είναι τιμή αίματος.
7 Και αφού έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν μ' αυτά το χωράφι τού κεραμέα, για να θάβονται εκεί οι ξένοι.
8 Γι' αυτό, το χωράφι εκείνο ονομάστηκε: Χωράφι αίματος, μέχρι τη σημερινή ημέρα.
9 Τότε, εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού Ιερεμία τού προφήτη, που είπε: «Και πήραν τα 30 αργύρια, την τιμή που εκτιμήθηκε, τον οποίο εκτίμησαν οι γιοι Ισραήλ,
10 και τα έδωσαν στο χωράφι τού κεραμέα, καθώς ο Κύριος παρήγγειλε σε μένα».
11 Και ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;
Και ο Ιησούς τού είπε: Εσύ το λες.
12 Και ενώ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον κατηγορούσαν, δεν απάντησε καθόλου.
13 Τότε, ο Πιλάτος λέει σ' αυτόν: Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;
14 Και δεν του απάντησε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ.
15 Και κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει στο πλήθος έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν.
16 Και είχαν τότε έναν περιβόητο φυλακισμένο, που λεγόταν Βαραββάς.
17 Ενώ, λοιπόν, ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σ' αυτούς: Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Τον Βαραββά ή τον Ιησού, που λέγεται Χριστός;
18 Επειδή, ήξερε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν.
19 Και ενώ καθόταν επάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε κάποιον προς αυτόν, λέγοντας: Άπεχε από εκείνον τον δίκαιο· επειδή, πολλά έπαθα γι' αυτόν σήμερα σε όνειρο.
20 Οι αρχιερείς, όμως, και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουν τον Βαραββά, και να θανατώσουν τον Ιησού.
21 Και απαντώντας ο ηγεμόνας, τους είπε: Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω; Και εκείνοι είπαν: Τον Βαραββά.
22 Και ο Πιλάτος λέει σ' αυτούς: Τι, λοιπόν, να κάνω τον Ιησού, που λέγεται Χριστός; Και όλοι λένε σ' αυτόν: Να σταυρωθεί.
23 Και ο ηγεμόνας είπε: Και τι κακό έπραξε; Εκείνοι, όμως, έκραζαν περισσότερο, λέγοντας: Να σταυρωθεί.
24 Και βλέποντας ο Πιλάτος ότι δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, παίρνοντας νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά από το πλήθος, λέγοντας: Είμαι αθώος από το αίμα αυτού τού δικαίου· αφορά εσάς.
25 Και απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Το αίμα του ας είναι επάνω μας, και επάνω στα παιδιά μας.
26 Τότε, τους απέλυσε τον Βαραββά· τον δε Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
27 Τότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Ιησού στο πραιτώριο, συγκέντρωσαν εναντίον του ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών.
28 Και αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα.
29 Και πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και καθώς γονάτισαν μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Χαίρε, ο βασιλιάς των Ιουδαίων.
30 Και, φτύνοντάς τον, πήραν το καλάμι, και χτυπούσαν στο κεφάλι του.
31 Και αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από τη χλαμύδα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του· και τον έφεραν για να τον σταυρώσουν.
32 Και ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο Κυρηναίο, που τον έλεγαν Σίμωνα· αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει τον σταυρό του.
33 Και όταν ήρθαν στον τόπο, ο οποίος λεγόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Κρανίου,
34 του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή· και καθώς το γεύθ,ηκε δεν ήθελε να πιει.
35 Και αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ιμάτιά του, βάζοντας κλήρο· για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού προφήτη: «Μοιράστηκαν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά μου, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο».
36 Και καθισμένοι, τον φύλαγαν εκεί.
37 Και πάνω από το κεφάλι του έβαλαν γραμμένη την κατηγορία του:
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ,
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
38 Τότε, σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ο ένας από δεξιά και ο άλλος από αριστερά.
39 Και όσοι διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλιατους,
40 και λέγοντας: Αυτός που γκρεμίζει τον ναό, και που σε τρεις ημέρες τον κτίζει, σώσε τον εαυτό σου· αν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από τον σταυρό.
41 Το ίδιο και οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, εμπαίζοντας έλεγαν:
42 Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει· αν είναι βασιλιάς τού Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ' αυτόν·
43 εμπιστεύθηκε στον Θεό· ας τον σώσει τώρα, αν τον θέλει· επειδή, είπε: Είμαι Υιός τού Θεού.
44 Το ίδιο μάλιστα και οι δύο ληστές που είχαν συσταυρωθεί μαζί του, τον ονείδιζαν.
45 Και από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη μέχρι την ένατη ώρα.
46 Και γύρω στην ένατη ώρα, ο Ιησούς αναβόησε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;», δηλαδή, «Θεέ μου, Θεέ μου, για ποιον σκοπό με εγκατέλειψες;».
47 Και μερικοί από εκείνους που έστεκαν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν ότι: Αυτός φωνάζει τον Ηλία.
48 Κι αμέσως, ένας απ' αυτούς έτρεξε, και παίρνοντας ένα σφουγγάρι, και γεμίζοντάς το με ξίδι, και βάζοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε.
49 Ενώ οι υπόλοιποι έλεγαν: Άφησε, να δούμε αν θάρθει ο Ηλίας για να τον σώσει.
50 Και ο Ιησούς, αφού έκραξε ξανά με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα.
51 Και ξάφνου, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι πέτρες σχίστηκαν,
52 και τα μνήματα άνοιξαν, και πολλά σώματα αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν·
53 κι αφού βγήκαν από τα μνήματα ύστερα από την ανάστασή του, μπήκαν μέσα στην άγια πόλη, και εμφανίστηκαν σε πολλούς.
54 Και ο εκατόνταρχος και εκείνοι που μαζί του φύλαγαν τον Ιησού, όταν είδαν τον σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν υπερβολικά, λέγοντας: Πραγματικά, Υιός τού Θεού ήταν αυτός.
55 Ήσαν μάλιστα εκεί πολλές γυναίκες που κοίταζαν από μακριά· οι οποίες ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλιλαία, και οι οποίες τον υπηρετούσαν·
56 ανάμεσα στις οποίες ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία η μητέρα τού Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των γιων τού Ζεβεδαίου.
57 Και όταν έγινε βράδυ, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαία, με το όνομα Ιωσήφ, που κι αυτός μαθήτευσε στον Ιησού.
58 Αυτός, αφού ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Ιησού. Τότε, ο Πιλάτος πρόσταξε να αποδοθεί το σώμα.
59 Και ο Ιωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι,
60 και το έβαλε στο καινούργιο του μνήμα, που είχε λατομήσει μέσα στην πέτρα· κι αφού κύλισε μια μεγάλη πέτρα προς τη θύρα τού μνήματος, αναχώρησε.
61 Ήταν δε εκεί η Μαρία η Μαγδαληνή, και η άλλη Μαρία, καθισμένες απέναντι από τον τάφο.
62 Και την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την Παρασκευή, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν στον Πιλάτο,
63 λέγοντας: Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμα ζούσε είχε πει: Ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ.
64 Πρόσταξε, λοιπόν, να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως οι μαθητές του, ερχόμενοι μέσα στη νύχτα, τον κλέψουν, και πουν στον λαό: Αναστήθηκε από τους νεκρούς· και η τελευταία πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη.
65 Και ο Πιλάτος είπε σ' αυτούς: Έχετε φύλακες· πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε.
66 Και εκείνοι πήγαν, και ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα, και βάζοντας τους φύλακες.
Μάρκος 14

32 Και έρχονται σε έναν τόπο, που λεγόταν Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές του: Καθήστε εδώ, μέχρις ότου προσευχηθώ.
33 Και παίρνει μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη· και άρχισε να συνταράζεται και να αγωνιά.
34 Και τους λέει: Περίλυπη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου· μείνετε εδώ, και αγρυπνείτε.
35 Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε επάνω στη γη, και προσευχόταν, να περάσει απ' αυτόν, αν είναι δυνατόν, εκείνη η ώρα.
36 Και έλεγε: Αββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά σε σένα· απομάκρυνε από μένα τούτο το ποτήρι· όχι, όμως, ό,τι εγώ θέλω, αλλά ό,τι εσύ.
37 Και έρχεται, και τους βρίσκει να κοιμούνται· και λέει στον Πέτρο: Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μία ώρα να αγρυπνήσεις;
38 Αγρυπνείτε, και προσεύχεστε, για να μη μπείτε σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι ασθενής.
39 Και πήγε πάλι και προσευχήθηκε, λέγοντας τον ίδιο λόγο.
40 Και όταν επέστρεψε, τους βρήκε πάλι να κοιμούνται, επειδή τα μάτια τους είχαν βαρύνει, και δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν.
41 Και έρχεται την τρίτη φορά και τους λέει: Κοιμάστε το λοιπόν, και αναπαύεστε· αρκεί· ήρθε η ώρα· προσέξτε, ο Υιός τού ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των αμαρτωλών·
42 σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει.
43 Κι αμέσως, ενώ ακόμα μιλούσε, έρχεται ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, εκ μέρους των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων.
44 Κι αυτός που τον παρέδινε τους είχε δώσει ένα σημάδι, λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον και φέρτε τον με σιγουριά.
45 Και όταν ήρθε, αμέσως καθώς τον πλησίασε, λέει: Ραββί, Ραββί· και τον καταφίλησε.
46 Και εκείνοι έβαλαν επάνω του τα χέρια τους, και τον έπιασαν.
47 Και ένας, κάποιος απ' αυτούς που παραστέκονταν, τραβώντας τη μάχαιρα, χτύπησε τον δούλο τού αρχιερέα, και του απέκοψε το αυτί του.
48 Και ο Ιησούς, αποκρινόμενος, είπε σ' αυτούς: Βγήκατε σαν ενάντια σε ληστή, με μάχαιρες και ξύλα για να με συλλάβετε;
49 Κάθε ημέρα ήμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με πιάσατε· όμως, αυτό έγινε για να εκπληρωθούν οι γραφές.
50 Και αφού όλοι τον άφησαν, έφυγαν.
51 Και ένας, κάποιος νεαρός, τον ακολουθούσε, περιτυλιγμένος με σεντόνι στο γυμνό του σώμα· και τον πιάνουν οι άλλοι νεαροί.
52 Εκείνος, όμως, αφήνοντας το σεντόνι, έφυγε απ' αυτούς γυμνός.
53 Και έφεραν τον Ιησού στον αρχιερέα· και συγκεντρώνονται σ' αυτόν όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς.
54 Και ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακρυά μέχρι μέσα στην αυλή τού αρχιερέα· και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, και ζεσταινόταν στη φωτιά.
55 Οι δε οι αρχιερείς και ολόκληρο το συνέδριο ζητούσαν μια μαρτυρία ενάντια στον Ιησού για να τον θανατώσουν, και δεν έβρισκαν.
56 Επειδή, πολλοί ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του· αλλά, οι μαρτυρίες τους δεν ήσαν σύμφωνες.
57 Και μερικοί, αφού σηκώθηκαν, ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του, λέγοντας
58 ότι: Εμείς τον ακούσαμε να λέει ότι ότι: Εγώ θα χαλάσω αυτό τον χειροποίητο ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα ανοικοδομήσω άλλον, αχειροποίητον.
59 Εντούτοις, ούτε έτσι ήταν σύμφωνη η μαρτυρία τους.
60 Και καθώς ο αρχιερέας σηκώθηκε στο μέσον, ρώτησε τον Ιησού, λέγοντας: Δεν απαντάς τίποτε; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;
61 Και εκείνος σιωπούσε, και δεν απαντούσε τίποτε. Ο αρχιερέας τον ρωτούσε ξανά, λέγοντάς του: Είσαι εσύ ο Χριστός, ο Υιός τού Ευλογητού;
62 Και ο Ιησούς είπε: Εγώ είμαι· και θα δείτε τον Υιό τού ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά τής δύναμης, και να έρχεται μαζί με τα σύννεφα του ουρανού.
63 Και ο αρχιερέας, ξεσχίζοντας τα ιμάτιά του, λέει: Τι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες;
64 Ακούσατε τη βλασφημία· τι σας φαίνεται;
Και εκείνοι όλοι τον κατέκριναν, ότι είναι ένοχος θανάτου.
65 Και μερικοί άρχισαν να τον φτύνουν, και να σκεπάζουν το πρόσωπό του, και να τον γρονθοκοπούν, και να του λένε: Προφήτευσε! Και οι υπηρέτες τον χτυπούσαν με χαστουκίσματα στο πρόσωπο.
66 Και ενώ ο Πέτρος ήταν στην αυλή κάτω, έρχεται μία από τις υπηρέτριες του αρχιερέα·
67 και όταν είδε τον Πέτρο να ζεσταίνεται, καθώς τον κοίταξε καλά, λέει: Κι εσύ ήσουν μαζί με τον Ναζαρηνό Ιησού.
68 Και εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας: Δεν ξέρω ούτε καταλαβαίνω τι λες εσύ. Και βγήκε έξω στο προαύλιο· και λάλησε ο πετεινός.
69 Και η υπηρέτρια βλέποντάς τον ξανά, άρχισε να λέει σ' αυτούς που παραστέκονταν ότι: Αυτός είναι απ' αυτούς.
70 Και εκείνος πάλι αρνιόταν. Και ύστερα από λίγο, ξανά, αυτοί που παραστέκονταν, έλεγαν στον Πέτρο: Στ' αλήθεια, είσαι απ' αυτούς· επειδή, είσαι Γαλιλαίος, και η ομιλία σου μοιάζει.
71 Εκείνος, όμως, άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται ότι: Δεν ξέρω αυτό τον άνθρωπο, που λέτε.
72 Και ο πετεινός λάλησε για δεύτερη φορά. Και ο Πέτρος θυμήθηκε τον λόγο, που του είχε πει ο Ιησούς: Ότι πριν ο πετεινός δυο φορές λαλήσει, τρεις φορές θα με αρνηθείς. Και άρχισε να κλαίει πικρά.
..........................................
Μάρκος 15
1 ΚΑΙ αμέσως το πρωί οι αρχιερείς έκαναν συμβούλιο μαζί με τους πρεσβύτερους και τους γραμματείς, και ολόκληρο το συνέδριο, και αφού έδεσαν τον Ιησού, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.
2 Και ο Πιλάτος τον ρώτησε: Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;
Και εκείνος, απαντώντας, είπε σ' αυτόν: Εσύ το λες.
3 Και τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς πολύ.
4 Και ο Πιλάτος τον ρώτησε πάλι, λέγοντας: Δεν απαντάς τίποτε; Δες, πόσα μαρτυρούν εναντίον σου.
5 Ο Ιησούς, όμως, δεν απάντησε πλέον τίποτε, ώστε ο Πιλάτος θαύμαζε.
6 Κατά τη γιορτή, όμως, απέλυε σ' αυτούς έναν δέσμιο, όποιον ζητούσαν.
7 Και υπήρχε αυτός που λεγόταν Βαραββάς, δεμένος μαζί με τους συνωμότες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο.
8 Και ο όχλος, αφού φώναξε δυνατά, άρχισε να ζητάει να τους κάνει όπως έκανε σ' αυτούς πάντοτε.
9 Και ο Πιλάτος απάντησε σ' αυτούς, λέγοντας: Θέλετε να σας απολύσω τον βασιλιά των Ιουδαίων;
10 Επειδή, ήξερε ότι οι αρχιερείς τον είχαν παραδώσει εξαιτίας φθόνου.
11 Οι αρχιερείς, όμως, διέγειραν το πλήθος να ζητήσουν να τους απολύσει μάλλον τον Βαραββά.
12 Και ο Πιλάτος απαντώντας πάλι είπε σ' αυτούς: Τι θέλετε, λοιπόν, να κάνω τούτον, που τον λέτε βασιλιά των Ιουδαίων;
13 Και εκείνοι κραύγασαν ξανά: Σταύρωσέ τον.
14 Και ο Πιλάτος έλεγε σ' αυτούς: Και τι κακό έκανε; Εκείνοι, όμως, κραύγασαν περισσότερο: Σταύρωσέ τον.
15 Ο Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να κάνει το αρεστό στο πλήθος, τους απέλυσε τον Βαραββά, και τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
16 Και οι στρατιώτες τον έφεραν μέσα στην αυλή, που είναι το πραιτώριο· και συγκεντρώνουν ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών.
17 Και τον ντύνουν με πορφύρα, και αφού έπλεξαν ένα αγκάθινο στεφάνι, το βάζουν γύρω από το κεφάλι του,
18 και άρχισαν να τον χαιρετούν, λέγοντας: Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων.
19 Και χτυπούσαν το κεφάλι του με ένα καλάμι, και έφτυναν επάνω του· και καθώς έπεφταν στα γόνατα, τον προσκυνούσαν.
20 Και αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από την πορφύρα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του, και τον έφεραν έξω, για να τον σταυρώσουν.
21 Και αγγαρεύουν κάποιον Σίμωνα Κυρηναίο που διάβαινε, ενώ ερχόταν από το χωράφι, τον πατέρα τού Αλέξανδρου και του Ρούφου, για να σηκώσει τον σταυρό του.
22 Και τον φέρνουν στον τόπο Γολγοθά, που ερμηνευόμενο σημαίνει τόπος Κρανίου.
23 Και του έδιναν να πιει κρασί ανάμικτο με σμύρνα· εκείνος, όμως, δεν το πήρε.
24 Και αφού τον σταύρωσαν, μοιράζονταν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά του, βάζοντας γι' αυτά κλήρο, το τι θα πάρει κάθε ένας.
25 Ήταν δε η τρίτη ώρα, και τον σταύρωσαν.
26 Και η επιγραφή τής κατηγορίας του ήταν γραμμένη από πάνω:
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
27 Και μαζί του σταυρώνουν δύο ληστές, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του.
28 Και εκπληρώθηκε η γραφή, που λέει: «Και λογαριάστηκε μαζί με τους ανόμους».
29 Και εκείνοι που διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους, και λέγοντας: Μπα! Αυτός που χαλάει τον ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες τον κτίζει,
30 σώσε τον εαυτό σου, και κατέβα από τον σταυρό.
31 Παρόμοια, μάλιστα, και οι αρχιερείς, εμπαίζοντας ο ένας προς τον άλλον, μαζί με τους γραμματείς, έλεγαν: Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει·
32 ο Χριστός, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, για να δούμε και να πιστέψουμε.
Και οι δύο, που ήσαν σταυρωμένοι μαζί μ' αυτόν, τον ονείδιζαν.
33 Και όταν ήρθε η έκτη ώρα, έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη, μέχρι την ένατη ώρα.
34 Και την ένατη ώρα, ο Ιησούς κραύγασε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Ελωί, Ελωί, λαμά, σαβαχθανί;», που ερμηνευόμενο, σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ως προς τι με εγκατέλειψες;».
35 Και μερικοί απ' αυτούς που παραστέκονταν, όταν το άκουσαν, έλεγαν: Δέστε, φωνάζει τον Ηλία.
36 Ένας δε, αφού έτρεξε και γέμισε ένα σφουγγάρι με ξίδι, και το περιτύλιξε σε ένα καλάμι, τον πότιζε, λέγοντας: Αφήστε, ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον κατεβάσει.
37 Ο Ιησούς, όμως, αφού έβγαλε μια δυνατή φωνή, εξέπνευσε.
38 Και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω.
39 Και βλέποντας ο εκατόνταρχος, που παρεστεκόταν απέναντί του, ότι έκραξε με έναν τέτοιο τρόπο, είπε: Στ' αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός ήταν Υιός τού Θεού.
40 Ήσαν, μάλιστα, και μερικές γυναίκες από μακριά, που παρατηρούσαν· ανάμεσα στις οποίες και η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία η μητέρα τού Ιακώβου τού μικρού, και του Ιωσή, και η Σαλώμη,
41 οι οποίες και τον ακολουθούσαν, και τον υπηρετούσαν, όταν ήταν στη Γαλιλαία· και πολλές άλλες, που είχαν ανέβει μαζί μ' αυτόν στα Ιεροσόλυμα.
42 Και όταν έγινε ήδη βράδυ, (επειδή, ήταν Παρασκευή, δηλαδή, Προσάββατο),
43 ήρθε ο Ιωσήφ, αυτός από την Αριμαθαία, ένας εκτιμώμενος βουλευτής, που κι αυτός περίμενε τη βασιλεία τού Θεού· και, τολμώντας, μπήκε μέσα στον Πιλάτο, και ζήτησε το σώμα τού Ιησού.
44 Ο δε Πιλάτος θαύμασε αν είχε ήδη πεθάνει· και αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε, αν είχε πεθάνει προ πολλού.
45 Και μαθαίνοντας από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα τού Ιησού στον Ιωσήφ.
46 Κι αυτός, αγοράζοντας ένα σεντόνι, και αφού τον κατέβασε, τον τύλιξε με το σεντόνι· και τον έβαλε σε μνήμα, που ήταν λατομημένο από πέτρα· και επάνω στη θύρα τού μνήματος κύλισε μια πέτρα.

47 Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα τού Ιωσή, έβλεπαν πού τον έβαζαν.


Ψαλμοί 69
1 Στον αρχιμουσικό, σε Σοσανίμ. Ψαλμός τού Δαβίδ.
ΣΩΣΕ με, Θεέ, επειδή νερά μπήκαν μέσα μου μέχρι την ψυχή μου.
2 Βυθίστηκα σε βαθύ πηλό, όπου δεν υπάρχει στερεός τόπος για να σταθώ· έφτασα στα βάθη των νερών, και το ρεύμα με κατακλύζει.
3 Ατόνησα κράζοντας· ο λάρυγγάς μου ξεράθηκε· απέκαμαν τα μάτια μου από το να περιμένω τον Θεό μου.
4 Εκείνοι που με μισούν χωρίς αιτία, πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν περισσότεροι και από τις τρίχες τού κεφαλιού μου· ισχυροποιήθηκαν οι εχθροί μου, αυτοί που άδικα προσπαθούν να με αφανίσουν·
τότε, εγώ επέστρεψα ό,τι δεν είχα αρπάξει.
5 Θεέ, εσύ γνωρίζεις την αφροσύνη μου· και τα πλημμελήματά μου δεν είναι κρυμμένα από σένα.
6 Ας μη ντροπιαστούν εξαιτίας μου, Κύριε, Θεέ των δυνάμεων, αυτοί που σε προσμένουν·
ας μη ντραπούν για χάρη μου, αυτοί που σε εκζητούν, Θεέ τού Ισραήλ.
7 Επειδή, εξαιτίας σου υπέφερα ονειδισμό· ντροπή σκέπασε το πρόσωπό μου.
8 Έγινα ξένος στους αδελφούς μου, και αλλογενής στους γιους τής μητέρας μου·
9 επειδή, ο ζήλος τού οίκου σου με κατέφαγε· και οι ονειδισμοί αυτών που σε ονειδίζουν έπεσαν επάνω μου.
10 Και έκλαψα, ταλαιπωρώντας την ψυχή μου με νηστεία, αλλά τούτο έγινε σε ονειδισμό μου.
11 Και ένδυμά μου έκανα τον σάκο, και έγινα σ' αυτούς παροιμία.
12 Εναντίον μου μιλούν αυτοί που κάθονται στις πύλες, και έγινα το τραγούδι αυτών που μεθούν.
13 Εγώ, όμως, σε σένα κατευθύνω την προσευχή μου, Κύριε· είναι καιρός ευμένειας·
Θεέ, σύμφωνα με το πλήθος τού ελέους σου, άκουσέ με, σύμφωνα με την αλήθεια τής σωτηρίας σου.
14 Ελευθέρωσέ με από πηλό, για να μη βυθιστώ· ας ελευθερωθώ απ' αυτούς που με μισούν, και από βαθιά νερά.
15 Ας μη με κατακλύσει το ρεύμα των νερών ούτε να με καταπιεί ο βυθός· και το πηγάδι ας μη κλείσει το στόμα του από πάνω μου.
16 Κύριε, εισάκουσέ με, επειδή το έλεός σου είναι αγαθό· σύμφωνα με το πλήθος των οικτιρμών σου, επίβλεψε επάνω μου.
17 Και μη κρύψεις το πρόσωπό σου από τον δούλο σου· επειδή θλίβομαι, γρήγορα εισάκουσέ με.
18 Πλησίασε στην ψυχή μου· λύτρωσέ την· εξαιτίας των εχθρών μου λύτρωσέ με.
19 Εσύ γνωρίζεις τον ονειδισμό μου, και την αισχύνη μου, και τη ντροπή μου· μπροστά σου είναι όλοι αυτοί που με θλίβουν.
20 Ο ονειδισμός σύντριψε την καρδιά μου· και είμαι περίλυπος·
περίμενα, μάλιστα, κάποιον να με συλλυπηθεί, αλλά δεν υπήρξε, και παρηγορητές, αλλά δεν βρήκα.
21 Για φαγητό μου, έδωσαν σε μένα χολή, και στη δίψα μου με πότισαν ξίδι.
22 Το τραπέζι τους μπροστά τους ας γίνει σε παγίδα, και σε ανταπόδοση, και σε θηλιά.
23 Ας σκοτιστούν τα μάτια τους για να μη βλέπουν· και να κυρτώσεις τη ράχη τους για πάντα.
24 Ξέχυνε επάνω τους την οργή σου· και ο θυμός τής αγανάκτησής σου ας τους πιάσει.
25 Τα παλάτια τους ας γίνουν έρημα· στις σκηνές τους ας μη υπάρχει κάποιος που να κατοικεί.
26 Επειδή, εκείνον, που εσύ χτύπησες, αυτοί τον καταδίωξαν· και μιλούν για τον πόνο εκείνων, που εσύ τους πλήγωσες.
27 Πρόσθεσε ανομία επάνω στην ανομία τους, και ας μη μπουν μέσα στη δικαιοσύνη σου.
28 Ας εξαλειφθούν από το βιβλίο των ζωντανών ανθρώπων, και ας μη καταγραφούν μαζί με τους δικαίους.
29 Εμένα, όμως, τον φτωχό και λυπημένο, ας με υψώσει, Θεέ, η σωτηρία σου.
30 Θα αινέσω το όνομα του Θεού με ωδή, και θα τον μεγαλύνω με ύμνους.
31 Αυτό, βέβαια, θα αρέσει στον Κύριο, περισσότερο από μοσχαράκι, που έχει κέρατα και νύχια.
32 Οι ταπεινοί θα δουν· θα ευφρανθούν· και η καρδιά σας, εσάς που εκζητάτε τον Θεό, θα ζήσει.
33 Επειδή, ο Κύριος εισακούει τους πένητες, και δεν καταφρονεί τους δεσμίους του.
34 Ας τον αινέσουν οι ουρανοί και η γη, οι θάλασσες, και όλα όσα κινούνται σ' αυτές.
35 Επειδή, ο Θεός θα σώσει τη Σιών, και θα οικοδομήσει τις πόλεις τού Ιούδα· και θα κατοικήσουν εκεί, και θα την κληρονομήσουν.
36 Και το σπέρμα των δούλων του θα την κληρονομήσει, κι αυτοί που αγαπούν το όνομά του, θα κατοικούν μέσα σ' αυτή.


Ησαΐας 53
1 Ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας; Και ο βραχίονας του Κυρίου σε ποιον αποκαλύφθηκε;
2 Επειδή, ανέβηκε μπροστά του σαν τρυφερό φυτό, και σαν ρίζα από ξερή γη· δεν έχει είδος ούτε κάλλος· και τον είδαμε, και δεν είχε ωραιότητα, ώστε να τον επιθυμούμε.
3 Καταφρονημένος και απορριμμένος από τους ανθρώπους· άνθρωπος θλίψεων και δόκιμος ασθένειας· και σαν άνθρωπος από τον οποίο κάποιος αποστρέφει το πρόσωπο, καταφρονήθηκε, και τον θεωρήσαμε σαν ένα τίποτα.
4 Αυτός, στην πραγματικότητα, βάσταξε τις ασθένειές μας, και επιφορτίστηκε τις θλίψεις μας· ενώ, εμείς τον θεωρήσαμε τραυματισμένον, πληγωμένον από τον Θεό, και ταλαιπωρημένον.
5 Αυτός, όμως, τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας· ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας· η τιμωρία, που έφερε τη δική μας ειρήνη, ήταν επάνω σ' αυτόν· και διαμέσου των πληγών του γιατρευτήκαμε εμείς.
6 Όλοι εμείς πλανηθήκαμε σαν πρόβατα· στραφήκαμε κάθε ένας στον δικό του δρόμο· ο Κύριος, όμως, έβαλε επάνω σ' αυτόν την ανομία όλων μας.
7 Αυτός ήταν καταθλιμμένος και βασανισμένος, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του· φέρθηκε σαν αρνί σε σφαγή, και σαν άφωνο πρόβατο μπροστά σ' εκείνον που το κουρεύει, έτσι δεν άνοιξε το στόμα του.
8 Από κατάθλιψη και κρίση αναρπάχτηκε· τη γενιά του, όμως, ποιος θα τη διηγηθεί; Επειδή, αποκόπηκε από τη γη των ζωντανών ανθρώπων· για τις παραβάσεις τού λαού μου τραυματίστηκε.
9 Και ο τάφος του διορίστηκε μαζί με τους κακούργους· εντούτοις, στον θάνατό του στάθηκε μαζί με τον πλούσιο· επειδή, δεν έπραξε ανομία ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του.
10 Αλλά, ο Κύριος θέλησε να τον βασανίσει· τον ταλαιπώρησε.
Αφού, όμως, δώσεις την ψυχή του προσφορά περί αμαρτίας, θα δει εγγόνια, θα μακρύνει τις ημέρες του, και το θέλημα του Κυρίου θα ευοδωθεί στο χέρι του.
11 Θα δει τους καρπούς του πόνου της ψυχής του, και θα χορτάσει· ο δίκαιος δούλος μου θα δικαιώσει πολλούς διαμέσου τής επίγνωσής του· επειδή, αυτός θα σηκώσει τις ανομίες τους.
12 Γι' αυτό, θα του δώσω μερίδα μαζί με τους μεγάλους, και θα μοιραστεί για λάφυρο τους ισχυρούς, επειδή παρέδωσε σε θάνατο την ψυχή του, και μαζί με ανόμους λογαριάστηκε, κι αυτός βάσταξε τις αμαρτίες πολλών, και υπέρ των ανόμων θα μεσιτεύσει.