ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΗΝΗΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
Οι Χριστιανοί Αντβεντιστές της Εβδόμης Ημέρας ….
Ένας είναι ο Θεός: Πατέρας, Υιός και ΄Αγιο Πνεύμα, μια ενότητα σε τρία συναιώνια Πρόσωπα. Ο Θεός είναι αθάνατος. παντοδύναμος, παντογνώστης, υπεράνω όλων και πανταχού παρών. Είναι άπειρος και πέραν από την ανθρώπινη κατανόηση, όμως γνωστός επειδή ο Ίδιος αποκάλυψε τον εαυτό Του. Είναι αιωνίως άξιος λατρείας, σεβασμού και υπηρεσίας εκ μέρους όλης της δημιουργίας. -
Βασικές Διδαχές, 2
“”””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ΘΕΟΤΗΤΑ
Στο Γολγοθά σχεδόν όλοι απέρριψαν τον Ιησού. Μόνο λίγοι αναγνώρισαν ποιος πραγματικά ήταν ο Ιησούς, και μεταξύ αυτών ο θνήσκων ληστής, ο οποίος Τον ονόμασε Κύριο (Λουκά κγ΄42), και ο Ρωμαίος στρατιώτης ο οποίος είπε: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος ήτο Υιός Θεού» (Μάρκ. ιε΄39).
΄Οταν ο Ιωάννης έγραψε, «εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι δεν εδέχθησαν αυτόν» (Ιωάν. α΄11), σκεπτόταν όχι απλώς τον όχλο στο σταυρό, ή ακόμη και τον Ισραήλ, αλλά κάθε γενεά που έζησε. Εκτός από μια χεριά ανθρώπων, όλη η ανθρωπότητα, όπως ο τραχύς όχλος στο Γολγοθά, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Ιησού ως Θεό και Σωτήρα της. Αυτή η άρνηση, η μέγιστη και τραγικότατη της ανθρωπότητας, δείχνει ότι η γνώση των ανθρώπων περί Θεού είναι ριζικά ατελής.
Η Γνώση περί Θεού
Οι πολλές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το Θεό και τα πολλά επιχειρήματα υπέρ ή κατά της ύπαρξής Του, αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη σοφία αδυνατεί να εισχωρήσει στο θείο. Το να εξαρτώμαστε μόνο από την ανθρώπινη σοφία για να μάθουμε περί Θεού, είναι σαν να χρησιμοποιούμε ένα μεγεθυντικό φακό για να μελετήσουμε τους αστερισμούς. Ως εκ τούτου, σε πολλούς η σοφία του Θεού είναι «αποκεκρυμμένη σοφία» (Α΄Κορ. β΄7). Γι’αυτούς ο Θεός είναι ένα μυστήριο. Ο Παύλος έγραψε: «Ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου εγνώρισε. Διότι αν ήθελον γνωρίσει, δεν ήθελον σταυρώσει τον Κύριον της δόξης.» (Α΄Κορ. β΄8).
Μία από τις πιο βασικές εντολές των Γραφών είναι: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεό σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου.» (Ματθ. κβ΄37, Δευτ. ς΄5). Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάποιον για τον οποίο δεν ξέρουμε τίποτε, και ούτε μπορούμε να εξιχνιάσουμε τα βάθη του Θεού (Ιώβ ια΄7). Τότε λοιπόν πώς μπορούμε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε το Δημιουργό;
Ο Θεός Μπορεί να Γνωρισθεί. Έχοντας υπόψη την ανθρώπινη δυσχέρεια, ο Θεός από αγάπη και συμπάθεια μας πλησίασε μέσα από τη Γραφή. Αυτή αποκαλύπτει ότι «ο Χριστιανισμός δεν είναι ένα πρακτικό αναζητήσεων του ανθρώπου για το Θεό, αλλά είναι το αποτέλεσμα της αποκάλυψης που ο Θεός δίνει για τον εαυτό Του και για τις προθέσεις Του προς τον άνθρωπο».1 Αυτή η αποκάλυψη του εαυτού Του σκοπό είχε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον επαναστατημένο κόσμο και σε έναν περίφροντη Θεό.
Η εκδήλωση της μέγιστης αγάπης του Θεού έρχεται μέσα από την υπέρτατη αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, του Υιού Του. Διαμέσου του Ιησού μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα. ΄Οπως δηλώνει ο Ιωάννης, «ο Υιός του Θεού ήλθε, και έδωκεν εις ημάς νόησιν, διά να γνωρίζωμεν τον αληθινόν». (ΑΊωάν. ε΄20).
Και ο Ιησούς είπε: «Αύτη είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν.» (Ιωάν. ιζ΄3).
Αυτά είναι καλά νέα. Αν και είναι αδύνατον να γνωρίσουμε στην εντέλεια το Θεό, η Γραφή παρέχει μια εφικτή γνώση γι’Αυτόν ώστε να εισέλθουμε σε μια σώζουσα σχέση μαζί Του.
Απόκτηση Γνώσης του Θεού. Διαφορετική από τις άλλες γνώσεις, η γνώση του Θεού, είναι τόσο θέμα καρδιάς όσο και μυαλού. Εμπλέκεται ολόκληρο το πρόσωπο και όχι μόνο η διάνοια. Απαιτείται ένα άνοιγμα προς το ΄Αγιο Πνεύμα και η προθυμία να εκτελούμε το θέλημα του Θεού (Ιωάν. ζ΄17, Ματθ. ια΄27). Ο Ιησούς είπε: «Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν, διότι αυτοί θέλουσιν ιδεί τον Θεόν.» (Ματθ. ε΄8).
Κατά συνέπεια, οι άπιστοι δεν μπορούν να καταλάβουν το Θεό. Ο Παύλος αναφωνεί: «Πού ο σοφός; πού ο γραμματεύς, πού ο συζητητής του αιώνος τούτου; Δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφία του κόσμου τούτου; Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας.» (Α΄Κορ. α΄20,21).
Ο τρόπος που μαθαίνουμε να γνωρίσουμε το Θεό από τη Βίβλο, διαφέρει από όλες τις άλλες μεθόδους απόκτησης γνώσης. Δεν μπορούμε να θέσουμε τον εαυτό μας υπεράνω του Θεού σαν αντικείμενο για να αναλυθεί και να προσδιορισθεί. Στην αναζήτησή μας να γνωρίσουμε το Θεό, οφείλουμε να δεχθούμε την αυθεντία της αποκάλυψης του εαυτού Του, που είναι η Βίβλος. Εφόσον η Βίβλος ερμηνεύει τον εαυτό της, οφείλουμε να υποταχθούμε στις αρχές και στις μεθόδους που αυτή μας προμηθεύει. Χωρίς αυτή την καθοδηγητική γραμμή της Βίβλου δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό.
Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι στην εποχή του Χριστού δεν μπόρεσαν να δουν στο πρόσωπο του Ιησού την αποκάλυψη του Θεού; Επειδή αρνήθηκαν να υποταχθούν στην οδηγία του Αγίου Πνεύματος μέσα από τη Βίβλο, παρανόησαν το μήνυμα του Θεού και σταύρωσαν το Σωτήρα τους. Το πρόβλημά τους δεν ήταν διανοητικό. Η κλειστή καρδιά τους συσκότισε τη διάνοιά τους, με αποτέλεσμα την αιώνια απώλεια.
Η ΄Υπαρξη του Θεού
Οι δύο μεγαλύτερες πηγές απόδειξης της ύπαρξης του Θεού είναι το βιβλίο της φύσης και η Αγία Γραφή.
Απόδειξη που Απορρέει από τη Δημιουργία. Ο καθένας μπορεί να μάθει για το Θεό μέσα από τη φύση και την ανθρώπινη πείρα. Ο Δαβίδ έγραψε: «Οι ουρανοί διηγούνται την δόξα του Θεού και το στερέωμα αναγγέλλει το έργον των χειρών αυτού.» (Ψαλμ. ιθ΄1). Ο Ιωάννης ήταν βέβαιος ότι η αποκάλυψη του Θεού, συμπεριλαμβανομένης και της φύσης, φωτίζει τον καθένα. (Ιωάν. α΄9). Και ο Παύλος διακήρυξε: «Τα αόρατα αυτού βλέπονται φανερώς από κτίσεως κόσμου, νοούμενα διά των ποιημάτων.» (Ρωμ. α΄20).
Ακόμη και η ανθρώπινη διαγωγή δίνει απόδειξη της θείας ύπαρξης. Στη λατρεία των Αθηναίων «τω αγνώστω Θεώ» ο Παύλος είδε μια απόδειξη πίστης στο Θεό και τους είπε: «Εκείνον λοιπόν τον οποίον αγνοούντες λατρεύετε, τούτον εγώ κηρύττω προς εσάς.» (Πράξ. ιζ΄23). Ο Παύλος επίσης είπε ότι η διαγωγή των μη-Χριστιανών αποκάλυψε τη μαρτυρία «την συνείδησιν αυτών» και έδειξε ότι ο νόμος του Θεού είναι γραμμένος «εν ταις καρδίαις αυτών» (Ρωμ. β΄14,15). Αυτή η διαίσθηση ότι ο Θεός υπάρχει, βρίσκεται ακόμη και μεταξύ εκείνων που δεν έχουν πρόσβαση στο Θεό. Αυτή η γενική αποκάλυψη του Θεού οδήγησε σε κάποια κλασσικά και ριζοσπαστικά επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού.2
Απόδειξη που Απορρέει από τη Γραφή. Η Γραφή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού. Τη θεωρεί δεδομένη. Το πρώτο εδάφιό της δηλώνει: «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην.» (Γέν. α΄1). Αυτή περιγράφει το Θεό ως Δημιουργό, Συντηρητή και Νομοθέτη όλης της κτίσης. Η αποκάλυψη του Θεού μέσα από τη δημιουργία είναι τόσο ισχυρή, που δεν υπάρχει δικαιολογία για αθεϊσμό ο οποίος αναφύεται από την κατάπνιξη της θείας αλήθειας ή από μια διάνοια η οποία αρνείται να αναγνωρίσει τη βεβαιότητα ότι ο Θεός υπάρχει. (Ψαλμ. ιδ΄1, Ρωμ. α΄18-22,28).
Υπάρχουν επαρκή τεκμήρια για την ύπαρξη του Θεού, για να πείσουν τον οποιονδήποτε που σοβαρά προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια γι’Αυτόν. Ακόμη, η πίστη είναι βασική προϋπόθεση, διότι «χωρίς πίστεως αδύνατον είιναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν, διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι, και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν». (Εβρ. ια΄6).
Η πίστη στο Θεό οπωσδήποτε δεν είναι τυφλή. Βασίζεται σε επαρκή απόδειξη που βρίσκεται στις αποκαλύψεις του Θεού, και μέσα από τη Γραφή και μέσα από τη φύση.
Ο Θεός της Γραφής
Η Γραφή αποκαλύπτει τις ουσιώδεις αρετές του Θεού μέσα από τα ονόματα, τις δραστηριότητες και τις ιδιότητές Του.
Τα Ονόματα του Θεού. Στην εποχή που γράφηκε η Βίβλος, τα ονόματα κατείχαν σπουδαία θέση, και αυτό ισχύει ακόμη στην Ανατολή. Εδώ το όνομα θεωρείται ότι αποκαλύπτει το χαρακτήρα αυτού που το φέρει, την πραγματική φύση του και την ταυτότητά του. Η βαρύτητα των ονομάτων του Θεού που φανερώνει τη φύση, το χαρακτήρα και τις αρετές Του, αποκαλύπτεται στην εντολή Του «Μη λάβης το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω». (Έξ. κ΄7). Ο Δαβίδ έψαλε: «Θέλω ψαλμωδεί εις το όνομα Κυρίου του Υψίστου.» (Ψαλμ. ζ΄17). «΄Αγιον και φοβερόν το όνομα αυτού.» (Ψαλμ. ρια΄9). «Ας αινώσι το όνομα του Κυρίου, διότι το όνομα αυτού μόνου είναι υψωμένον.» (Ψαλμ. ρμη΄13).
Τα ονόματα Ελ και Ελωείμ (Θεός) αποκαλύπτουν τη θεία δύναμη. Περιγράφουν το Θεό ως τον ισχυρό και δυνατό, το Θεό της Δημιουργίας (Γέν. α΄1, Έξ. κ΄2, Δαν. θ΄4). Ελυόν (΄Υψιστος) και Ελ Ελυόν (Θεός ΄Υψιστος) εστιάζονται επάνω στην εξυψωμένη υπόστασή Του (Γέν. ιδ΄18-20, Ησ. ιδ΄14). Αδωνάϊ (Κύριος) περιγράφει το Θεό ως τον Πανίσχυρο Νομοθέτη (Ησ. ς΄1, Ψαλμ. λε΄23). Αυτά τα ονόματα δίνουν έμφαση στη μεγαλοσύνη και στην υπεροχή του χαρακτήρα του Θεού.
΄Αλλα ονόματα του Θεού αποκαλύπτουν την επιθυμία Του να εισέλθει σε επικοιωνία με τους ανθρώπους. Σαντάι (Παντοκράτωρ) και Ελ Σαντάι (Θεός Παντοκράτωρ) περιγράφουν τον Παντοκράτορα Θεό, την πηγή ευλογίας και παρηγοριάς (Έξ. ς΄3, Ψαλμ. 91:1). Το όνομα Ιαχβέ3, μεταφραζόμενο Ιεχωβά ή Κύριος, τονίζει την πιστότητα του Θεού στη διαθήκη και στη χάρη (Έξ. ιε΄2, Ωσηέ ιβ΄5,6). Στην Έξοδο ο Γιαχβέ περιγράφει τον εαυτό Του ως «Εγώ είμαι ο Ων» δείχνοντας την αμετάβλητη σχέση Του προς τους ανθρώπους. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο Θεός αποκαλύφθηκε με πιο οικείο τρόπο ως «Πατήρ» (Δευτ. λβ΄6, Ησ. ξγ΄16, Ιερ. λα΄9, Μαλ. β΄10), ονομάζοντας τον Ισραήλ «υιός μου, πρωτότοκός μου» (Έξ. δ΄22, Δευτ. λβ΄19).
Εκτός από το όνομα Πατήρ, τα ονόματα του Θεού στην Καινή Διαθήκη έχουν την ίδια έννοια με αυτά της Παλαιάς Διαθήκης. Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χρησιμοποιεί το όνομα Πατήρ για να μας φέρει σε μια πλησιέστερη και προσωπική σχέση με το Θεό (Ματθ. ς΄9, Μάρκ. ιδ΄36, Ρωμ. η΄15, Γαλ. δ΄6).
Οι δραστηριότητες του Θεού. Οι βιβλικοί συγγραφείς διέθεσαν περισσότερο χρόνο περιγράφοντας τις δραστηριότητες του Θεού παρά την ύπαρξή Του. Παρουσιάζεται ως Δημιουργός (Γέν. α΄1, Ψαλμ. κδ΄1,2), ο Βαστάζων τον κόσμο (Εβρ. α΄3), Λυτρωτής και Σωτήρας (Δευτ. ε΄6, Β΄Κορ. ε΄19), σηκώνοντας το βάρος για το ύστατο πεπρωμένο της ανθρωπότητας. Καταστρώνει σχέδια (Ησ. μς΄11), προλέγει (Ησ. μς΄10) και υπόσχεται (Δευτ. ιε΄6, Β΄Πέτρ. γ΄9). Συγχωρεί αμαρτίες (Έξ. λδ΄7), και κατά συνέπεια είναι άξιος της λατρείας μας (Αποκ. ιδ΄6,7). Τελικά, η Γραφή αποκαλύπτει το Θεό ως Κυβερνήτη «τον βασιλέα των αιώνων, τον άφθαρτον, τον αόρατον, τον μόνον σοφόν Θεόν». (Α΄Τιμ. α΄17). Οι πράξεις Του βεβαιώνουν ότι είναι ένας προσωπικός Θεός.
Οι Ιδιότητες του Θεού. Οι συγγραφείς της Βίβλου δίνουν συμπληρωματικές πληροφορίες για τα βασικά χαρακτηριστικά του Θεού μέσα από τις μαρτυρίες για τις θείες ιδιότητές Του.
Οι προσωπικές ιδιότητες του Θεού συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων όψεων της θείας φύσης Του, δεν έχουν δοθεί στα δημιουργημένα όντα. Ο Θεός είναι αυθύπαρκτος, «έχει ζωήν εν εαυτώ» (Ιωάν. ε΄26), είναι ανεξάρτητος στη θέλησή Του (Εφεσ. α΄5) και στη δύναμη (Ψαλμ. ριε΄3). Είναι παντογνώστης, γνωρίζοντας τα πάντα (Ιώβ λζ΄16, Ψαλμ. ρλθ΄1-18, ρμζ΄5, Α΄Ιωάν. γ΄20), επειδή είναι το ΄Αλφα και το Ωμέγα (Αποκ. α΄8), γνωρίζει το τέλος από την αρχή (Ησ. μς΄9-11).
Ο Θεός είναι πανταχού παρών (Ψαλμ. ρλθ΄7-12, Εβρ. δ΄13), υπερβαίνοντας το διάστημα. Παραταύτα, είναι παρών σε κάθε μέρος του διαστήματος. Είναι αιώνιος (Ψαλμ. 90:2, Αποκ. α΄8), ξεπερνώντας τα όρια του χρόνου, αν και είναι καθ’όλα παρών σε κάθε στιγμή του χρόνου.
Ο Θεός είναι παντοδύναμος. Το ότι τίποτε δεν είναι αδύνατον γι’Αυτόν, μας βεβαιώνει πως εκπληρώνει οτιδήποτε σκοπεύει να κάνει (Δαν. δ΄17,25,35, Ματθ. ιθ΄26, Αποκ. ιθ΄6). Είναι αναλλοίωτος επειδή είναι τέλειος. Ο ίδιος λέει: «Εγώ είμαι ο Κύριος, δεν αλλοιούμαι». (Μαλ. γ΄6, Ψαλμ. λγ΄11, Ιακ. α΄17). Επειδή, κατά κάποια έννοια, αυτές οι ιδιότητες καθορίζουν το Θεό, δε μεταβιβάζονται.
Οι μεταβιβαζόμενες ιδιότητες του Θεού ρέουν από το στοργικό ενδιαφέρον Του προς την ανθρωπότητα. Αυτές περιλαμβάνουν την αγάπη (Ρωμ. ε΄8), τη χάρη (Ρωμ. γ΄24), τους οικτιρμούς (Ψαλμ. ρμε΄9), τη μακροθυμία (Β΄Πέτρ. γ΄15), την αγιότητα (Ψαλμ. 99:9), τη δικαιοσύνη (Έσδρα θ΄15, Ιωάν. ιζ΄25), τη δικαίωση (Αποκ. κβ΄12) και την αλήθεια (ΑΊωάν. ε΄20). Αυτά τα χαρίσματα έρχονται μόνο από τον ίδιο το Δοτήρα.
Η Κυριαρχία του Θεού
Η Γραφή διδάσκει με σαφήνεια για την κυριαρχία του Θεού. «Κατά την θέλησιν αυτού πράττει . . . δεν υπάρχει ο εμποδίζων την χείρα αυτού.» (Δαν. δ΄35). «Διότι συ έκτισας τα πάντα, και διά το θέλημά σου υπάρχουσι και εκτίσθησαν.» (Αποκ. δ΄11). «Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν, εν τω ουρανώ και εν τη γη» (Ψαλμ. ρλε΄6). Έτσι, ο Σολομών μπορούσε να πει: «Η καρδία του βασιλέως είναι εν τη χειρί του Κυρίου ως ρεύματα υδάτων. ΄Οπου θέλει, στρέφει αυτήν.» (Παρ. κα΄1). Ο Παύλος, γνωρίζοντας για την κυριαρχία του Θεού, έγραψε: «Θέλω δε επιστρέψει πάλιν εις εσάς, του Θεού θέλοντος» (Πράξ. ιη΄21, Ρωμ. ιε΄32), ενώ ο Ιάκωβος παρακινεί, «λέγετε, εάν ο Κύριος θελήση». (Ιακ. δ΄15).